﻿﻿﻿<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<!-- generator="wordpress/1.5.2" -->
<rss version="2.0" 
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
>

<channel>
	<title></title>
	<link>http://www.neosyntagma.gr</link>
	<description></description>
	<pubDate>Wed, 24 Jan 2007 13:08:18 +0000</pubDate>
	<generator>http://wordpress.org/?v=1.5.2</generator>
	<language>en</language>

		<item>
		<title>Μιλτ.Παπαιωάννου: Οργάνωση και Λειτουργία της Δικαιοσύνης</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=149</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=149#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 24 Jan 2007 13:08:18 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>Δικαιοσύνη</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=149</guid>
		<description><![CDATA[	Το κείμενο αυτό αποτελεί την ειδική εισήγηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον Βουλευτή Μιλτιάδη Ηλ. Παπαϊωάννου για την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την ενότητα : Οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης (Άρθρα 88-100) 
&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;
1]    ΑΡΘΡΟ 88   [Παρ. 2.  Επίλυση μισθολογικών και συνταξιοδοτικών αξιώσεων και διαφορών των δικαστών].
	    [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p><em>Το κείμενο αυτό αποτελεί την ειδική εισήγηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον Βουλευτή Μιλτιάδη Ηλ. Παπαϊωάννου για την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την ενότητα : Οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης (Άρθρα 88-100) </em><br />
&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;<a id="more-149"></a><br />
1]    ΑΡΘΡΟ 88   [Παρ. 2.  Επίλυση μισθολογικών και συνταξιοδοτικών αξιώσεων και διαφορών των δικαστών].</p>
	<p>    Με την προηγούμενη αναθεώρηση,  στην παράγραφο 2 του άρθρου ρυθμίστηκε ότι κατά παρέκκλιση οι διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών θα εκδικάζονται από το δικαστήριο του άρθρου 99.   Η ρύθμιση αυτή αποδείχθηκε στην πράξη ότι δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, για την επίλυση των οποίων θεσπίστηκε.<br />
    Το ζήτημα όμως είναι μείζον, γιατί δημιουργήθηκε μία εικόνα από πλευράς Κυβέρνησης, ότι μπορούν να αμφισβητηθούν οι δικαστικές αποφάσεις του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα δικαστηρίου με επίκληση της κακής οικονομικής κατάστασης. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι για την Κυβέρνηση τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εισοδηματική και τη δημοσιονομική πολιτική, δεν πρέπει να έχουμε έννομη προστασία είτε των δικαστών είτε οποιουδήποτε πολίτη. Καθαρή θέση του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε  περιορισμό της έννομης προστασίας των πολιτών, για οποιονδήποτε λόγο.<br />
    Προσωπική μου θέση είναι η δημιουργία μιας Επιτροπής, ανάλογης του Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) η όπως ισχύει στην Αγγλία και σε άλλες χώρες και εισηγείται και  η Ένωση Δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία θα αποφαίνεται  στα ζητήματα των μισθών των δικαστών  κάθε δύο χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ακυρωθεί η δυνατότητα άσκησης προσφυγών από μέρους των δικαστών. Θα είναι πολύ δύσκολο όμως  να υιοθετηθεί από το όποιο δικαστήριο μια απόφαση αντίθετη σε ότι  έχει κριθεί από την επιτροπή εκτός αν πρόκειται για ιδιαίτερη ατομική περίπτωση. Η σύσταση της  επιτροπής θα γίνει με νόμο όπως θα προβλέπει το άρθρο 88, ο οποίος  θα καθορίζει τη λειτουργία και τα κριτήρια με τα οποία θα διαμορφώνονται οι αποφάσεις της.  Η σύνθεση της επιτροπής είναι ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο βέβαια θα απασχολήσει την επόμενη Βουλή, αλλά θα πρέπει να εκπροσωπούνται οι δικαστικές ενώσεις, άλλωστε  στους δικαστές δεν επιτρέπεται η με οποιοδήποτε τρόπο απεργία ή αποχή και έτσι  έχουν μόνη  διέξοδο την αγωγή, οπωσδήποτε η Κυβέρνηση, η Βουλή και θα μπορούσε να προβλεφθεί η συμμετοχή προσωπικοτήτων κύρους με κριτήρια ακαδημαϊκά, επιστημονικά και επαγγελματικά.  Τα κριτήρια με τα οποία θα αποφασίζει η επιτροπή μπορούν να είναι η οικονομική ασφάλεια για τη δικαστική ανεξαρτησία, η δημοσιονομική κατάσταση, ο στόχος για το ρυθμό του πληθωρισμού, οι αμοιβές των απασχολούμενων στο Δημόσιο ως μονίμων υπαλλήλων κλπ.<br />
  Οι διαφορές αυτές μπορούν στη συνέχεια να υπαχθούν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, του άρθρου 100 που παρέχει περισσότερα εχέγγυα. </p>
	<p>2]  ΑΡΘΡΟ 90   [Παρ. 5. Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης].</p>
	<p>    Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνει τη συμμετοχή της Βουλής στη διαδικασία επιλογής  της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, χωρίς να θίγεται η αρμοδιότητα του Υπουργικού  Συμβούλιου. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης να προτείνει τρεις για κάθε προς πλήρωση θέση και να ακολουθεί η ακρόαση των προτεινόμενων από την επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που συντάσσει έκθεση αξιολόγησης χωρίς κατάταξη. Με τη διαδικασία αυτή καθίσταται ουσιαστική η διερεύνηση και η  αξιολόγηση της προσωπικότητας και των αντιλήψεων των δικαστών που πρόκειται να καταλάβουν τις ανώτατες θέσεις της Δικαιοσύνης.<br />
   Από τη Ν.Δ. προτείνεται η θέσπιση θητείας για τους Αντιπροέδρους. Η Θητεία έχει νόημα μόνο  για τον Πρόεδρο που ασκεί εκτελεστική εξουσία και Διοίκηση.<br />
   Επίσης προτείνεται η επιλογή του Προέδρου από τους Αντιπροέδρους, αλλά αυτό γίνεται ιστορικά κατά 99%,  ενώ ο περιορισμός της επιλογής των αντιπροέδρων μεταξύ του τριπλάσιου αριθμού των αρχαιότερων δεν αποτελεί ουσιώδη καινοτομία γιατί αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό ιστορικά, άρα οι σχετικές προτάσεις αφενός στερούνται  ουσιαστικού νοήματος, αφετέρου θεσμοποιούν μάλλον υπερβολικούς περιορισμούς.<br />
     Το προτεινόμενο σύστημα της ακρόασης από τη Βουλή έχει το πλεονέκτημα της καταρχήν νομιμοποίησης από την κατεξοχήν εξουσία που αντιπροσωπεύει τη Λαϊκή Κυριαρχία και δεν οδηγεί σε περιορισμούς προεπιλογής, αλλά θέτει τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας σε αξιολογικούς περιορισμούς προερχόμενους από τη δημοκρατική λειτουργία. </p>
	<p>3] ΑΡΘΡΟ 95   [ Αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας].</p>
	<p>  Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 95, ιδίως δε η προτεινόμενη για την ίδρυση ξεχωριστού δικαστικού τμήματος για την εκδίκαση των διαφορών που αναφέρονται στις δημόσιες συμβάσεις<br />
   Τα τμήματα ιδρύονται με Π.Δ. ή έστω με νόμο. Θα πρόκειται για πρωτοφανή παρέμβαση του συντακτικού νομοθέτη στην οργάνωση και τον κανονισμό λειτουργίας ενός Δικαστηρίου και θα δημιουργηθεί μια μη ομαλή κατάσταση  καθόσον ένα μόνο τμήμα του Δικαστηρίου θα έχει συσταθεί με το Σύνταγμα  και η οποιαδήποτε αλλαγή για αυτό θα απαιτεί και αναθεώρηση του Συντάγματος.<br />
    Αν υπήρχε  πραγματική ανάγκη, που προφανώς δεν υπάρχει το πρόσθετο έβδομο τμήμα  μπορεί να συσταθεί τώρα αμέσως με Π.Δ. ή νόμο.<br />
    Ανάγκη δεν υπάρχει γιατί ο  μεγάλος  φόρτος υπήρχε με τα Ολυμπιακά Έργα, όπου  δεν παρουσιάστηκε καμιά καθυστέρηση και το σύστημα του δικαστικού ελέγχου λειτούργησε ομαλά. Τώρα έχει μειωθεί ο όγκος των υποθέσεων και δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα.<br />
   Άρα η πρόταση της Ν.Δ., ενέχει μάλλον σκοπιμότητα, ενώ φαντάζει απλώς ρυθμιστική είναι απόλυτα περιττή ως τέτοια, αλλά αφήνει ανοικτό το πεδίο στη αναθεώρηση του σχετικού άρθρου προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, με σκοπό ενδεχομένως τον  δραστικό περιορισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας γενικά. </p>
	<p>4]  ΑΡΘΡΟ 98   [Αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου]</p>
	<p>    Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 98, ιδίως δε η προτεινόμενη από τη Ν.Δ αναθεώρηση  της παρ. 1 εδ. β για την ίδρυση ξεχωριστού  τμήματος για τον έλεγχο  των δημοσίων συμβάσεων, ρύθμιση καθαρά περιττή αφού μπορεί να γίνει με Π.Δ. ή  με  νόμο.<br />
    Είναι άνευ αντικειμένου η ρύθμιση εκτός αν υποκρύπτει πρόθεση ότι στο ειδικό τμήμα που θα δημιουργηθεί θα ανατεθούν και δικαστικές αρμοδιότητες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, με αφαίρεση φυσικά της σχετικής αρμοδιότητας από το  Συμβούλιο της Επικρατείας.<br />
   Το ΑΕΔ  με την απόφαση του  20/2005 έκρινε ότι η πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο δημόσιας σύμβασης  δεν είναι δικαστική απόφαση και ότι ο προληπτικός έλεγχος με βάση το 98 παρ 2 του Σ δεν αποτελεί άσκηση  δικαιοδοτικής εξουσίας ούτε διεξαγωγή δίκης, δεν επιλύει διαφορές και κατά συνέπεια δεν υποκαθιστά το δικαστικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας που καταλήγει στη σύναψη διοικητικών συμβάσεων.<br />
   Ωστόσο η ΝΔ στην ίδια πρόταση αναφέρει ότι είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν οι αρμοδιότητες των δύο δικαστηρίων.<br />
   Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δικαστική αρμοδιότητα, ενώ το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ελεγκτική αρμοδιότητα και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ούτε σύγχυση ούτε σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Αυτό που συνέβη ήταν η απόπειρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου  να αποκτήσει δικαστικές αρμοδιότητες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η οποία έληξε αμετάκλητα.<br />
   Προκύπτει λοιπόν, ότι ενδεχομένως άδηλη πρόθεση της Νέας Δημοκρατίας είναι η συνέχιση της αμφισβήτησης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόδοση ενός ίσως δικαιοδοτικού ρόλου στο Ελεγκτικό Συνέδριο στο θέμα των δημοσίων συμβάσεων.<br />
    Οποιαδήποτε όμως διατάραξη της κατάστασης με τυχόν εμπλοκή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και σε δικαστικό ρόλο θα σωρεύσει δυσεπίλυτα προβλήματα, και πιθανόν να δημιουργήσει και εμπλοκή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία ελέγχει  τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων αφού το Ελεγκτικό Συνέδριο ως  Ελεγκτικό όργανο του Δημοσίου δεν μπορεί να εκφέρει ταυτόχρονα και δικαστική κρίση. Είναι το  όργανο που εξετάζει ως διοικητικό του Κράτους τη νομιμότητα μιας σύμβασης από την σκοπιά της Διοίκησης σε ελεγκτικό ρόλο και δεν μπορεί  στη συνέχεια το ίδιο να δικάζει και διαφορές της Διοίκησης με τους ιδιώτες που θα επιδιώκουν την ακύρωση των προσυμβατικών Διοικητικών Πράξεων.<br />
   Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ένα ελεγκτικό όργανο και δεν πρέπει να αποκτήσει δικαστικές ακυρωτικές αρμοδιότητες αφού ακυρωτικά δικαστήρια είναι τα διοικητικά εφετεία και το Συμβούλιο της Επικρατείας, διαφορετικά θα έχουμε σοβαρή αντινομία και σύγχυση. </p>
	<p>5] ΑΡΘΡΟ 100 [Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο]</p>
	<p>Θέση του ΠΑΣΟΚ είναι ότι είμαστε αντίθετοι με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας.<br />
Στην προηγούμενη αναθεώρηση στο άρθρο 100 προστέθηκε  παράγραφος 5, στην οποία προβλέπεται ότι αν τμήμα ανώτατου Δικαστηρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια.  Η ρύθμιση αυτή έχει λειτουργήσει τα πέντε τελευταία χρόνια και αντιμετωπίζει απόλυτα ικανοποιητικά τα θέματα για την επίλυση των οποίων θεσπίστηκε.<br />
    Στο άρθρο 93 παρ. 4 ορίζεται ότι «τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμοζόμουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».<br />
    Έτσι καθιερώνεται το σύστημα του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια ο οποίος με τη ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 100 διατηρείται, ως παρεμπίπτων και συγκεκριμένος. Έχει καθιερωθεί ο έλεγχος αυτός να ονομάζεται και διάχυτος υπό την έννοια ότι κάθε δικαστήριο έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο επίλυσης συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς και εφόσον καλείται να εφαρμόσει  ένα νόμο να κρίνει τυχόν αντισυνταγματικότητα ενόψει της συγκεκριμένης εφαρμογής. Ήδη με την παράγραφο 5 του άρθρου 100 έχουμε και συγκέντρωση του ελέγχου στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων.<br />
   Θεσπίζεται, από το Σύνταγμα η εν γένει υποχρέωση της δικαστικής εξουσίας να ελέγχει τη συνταγματικότητα του νόμου και υπάρχει έτσι θεσμική κατοχύρωση του κράτους δικαίου.   Ο έλεγχος αυτός της συνταγματικότητας των νόμων έχει λειτουργήσει στην χώρα μας πολύ καλά μέχρι σήμερα, αποτελεί μακρά παράδοση του Ελληνικού Δικαστικού συστήματος ήδη από τον 19ο αιώνα. Είναι ουσιώδης απόρροια της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και συνιστά ποιοτικό στοιχείο της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική και τη νομοθετική και είναι και στη συνείδηση των πολιτών μια μορφή εγγύησης της ανεξαρτησίας αυτής.   Στο σύστημα αυτό είναι θεμιτή, λογική και συνυφασμένη με το δημοκρατικό πολίτευμα και τη διάκριση των εξουσιών η δυνατότητα όλων των Δικαστηρίων να ελέγχουν εάν ο προς εφαρμογή νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα της Χώρας ή όχι. Αυτό στηρίζεται στην αρχή της υπεροχής του Συντάγματος έναντι των νόμων κάτι που αποτελεί μακρά ελληνική συνταγματική παράδοση ήδη από το «Νόμο της Επιδαύρου του 1823» και το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος του 1827». Αντίστοιχα μακρά παράδοση έχει και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα Δικαστήρια, όπου από το 1871 ο Άρειος Πάγος διατύπωσε τις πρώτες σχετικές σκέψεις.<br />
   Για το σύστημα αυτό του συγκεκριμένου διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων έχουν διατυπωθεί ορισμένες κριτικές οι οποίες  περιλαμβάνονται και στην πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας, που όμως στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι  αόριστες, αβάσιμες, είναι σε λάθος κατεύθυνση. Αφήνει σκοπίμως σκοτεινά τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα της προβληματικής για την ανάγκη ή μη ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.<br />
    Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την κατάργηση του ΑΕΔ και τη δημιουργία  Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αν και δεν προτείνεται η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, την οποία η θέσπιση του Συνταγματικού Δικαστηρίου την καθιστά άνευ νοήματος.<br />
   Αυτό διότι έχουμε την ουσιαστική κατάργηση του υπάρχοντος συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με την υποχρεωτική παραπομπή από τον φυσικό δικαστή του ζητήματος της τυχόν αντισυνταγματικότητας στο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο θα αποφαίνεται αμετάκλητα για την συνταγματικότητα ή μη της κρινόμενης διάταξης. Προτείνεται  ένα δικαστήριο του οποίου η σύνθεση δεν καθορίζεται (π.χ. διορισμός των μελών του από την Κυβέρνηση ή από μια πλειονοψηφία της Βουλής κλπ)  σε αντίθεση, με το ΑΕΔ που αποτελείται από ανώτατους δικαστές που κληρώνονται.   Αν οδηγηθούμε σε μια τέτοια λύση τότε στην ουσία θα έχουμε αφαίρεση από το φυσικό δικαστή της δυνατότητας του, να αποφαίνεται για την αντισυνταγματικότητα των νόμων και αυτό σημαίνει μείωση της δικαστικής προστασίας του πολίτη και θεσμικό περιορισμό  της λειτουργικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και περιορισμό του κράτους δικαίου.<br />
    Από τη Νέα Δημοκρατία γίνεται επίκληση των ισχυόντων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου υπάρχουν ανάλογα Δικαστήρια, τα οποία  όμως ιδρύθηκαν και λειτουργούν σε άλλο πλαίσιο γιατί οι χώρες αυτές έχουν άλλη ιστορική και νομική παράδοση και άλλο σύστημα θεσμών. Ένα Συνταγματικό Δικαστήριο όπου λειτουργεί ως τέτοιο έχει πρωτίστως αρμοδιότητα να επιλύει αυθεντικές συνταγματικές διαφορές. Διαφορές που αναφύονται από τη δραστηριότητα της νομοθετικής στη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία ή για ζητήματα λειτουργικού χαρακτήρα του πολιτεύματος όπου αναφύονται κομματικές ή πολιτειακές διαφορές τις οποίες παραπέμπουν στο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση οι λεγόμενες οργανικές διαφορές (ανάλογη περίπτωση θα ήταν για μας το ζήτημα που είχε ανακύψει με την ψήφο Αλευρά). Η Νέα Δημοκρατία δεν προτείνει όμως ένα Δικαστήριο με τέτοιες αρμοδιότητες ούτε άλλωστε και μας χρειάζεται.<br />
   Επίσης σε ομοσπονδιακά κράτη το Συνταγματικό Δικαστήριο επιλύει διαφορές για ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ της ομοσπονδιακής και της τοπικής νομοθεσίας ή μεταξύ των κρατιδίων και του κράτους, όπως στη Γερμανία. Στην Ελλάδα δεν έχουμε τέτοια κρατική δομή και δεν χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δικαστήριο.<br />
   Επίσης  στη Γερμανία στο Δικαστήριο της οποίας γίνεται συνεχής αναφορά των υποστηρικτών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, προβλέπεται και η λεγόμενη συνταγματική προσφυγή που μπορεί να ασκηθεί απευθείας στο Συνταγματικό Δικαστήριο από οποιονδήποτε θεωρεί ότι δημόσια αρχή παραβίασε ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του, όπως προβλέπονται στο Γερμανικό Σύνταγμα. Τέτοιου είδους  αρμοδιότητα δεν προβλέπεται για το προτεινόμενο στη χώρα μας Δικαστήριο.<br />
   Κατά συνέπεια η επίκληση των ισχυόντων σε άλλες χώρες γίνεται τουλάχιστον αδόκιμα. Πολύ περισσότερο που σε κάθε χώρα το Δικαστικό σύστημα είχε τη δική του εξέλιξη και οι διάφοροι θεσμοί όπως και τα Συνταγματικά Δικαστήρια ιδρύθηκαν σε ορισμένη πολιτική και κοινωνική συγκυρία για να αντιμετωπίσουν  συγκεκριμένες ανάγκες που δεν έχουν καμιά σχέση με τα σημερινά δεδομένα στην Ελλάδα.<br />
   Το ελληνικό σύστημα  ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων είναι όμοιο με το αμερικανικό και αυτό που ισχύει στις Σκανδιναβικές  και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Αγγλία επίσης δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο δεν υφίσταται άλλωστε και αυστηρό γραπτό Σύνταγμα, αφετέρου όμως οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν μέρος του δικαίου.<br />
     Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν προβλέπονταν καθόλου η δυνατότητα των Δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, οπότε η θέσπιση ενός ελέγχου στα πλαίσια έστω ενός ειδικού Συνταγματικού Δικαστηρίου με διαφορετικές εξουσίες και αρμοδιότητες  και δημιουργημένου για άλλες ανάγκες, συνιστούσε θεσμική πρόοδο.<br />
    Συγκεκριμένα στη Γαλλία  με την επανάσταση του 1789 αποδόθηκε στη νομοθετική λειτουργία η υπέρτατη εξουσία που κανείς δεν μπορούσε να περιορίσει χωρίς δικαίωμα του Δικαστή να κρίνει τη συνταγματικότητα του νόμου, αυτό έχει καθαρή ιστορική εξήγηση την αντίθεση των «νέας αστικής κοινωνίας των πολιτών»  στους δικαστές του «ancien regime». Πρόσφατη εξέλιξη από το 1958, ο θεσμός του Συνταγματικού Συμβουλίου, που όμως ενεργεί για τον προληπτικό και αφηρημένο έλεγχο της Συνταγματικότητας κάτι που τηρουμένων των αναλογιών επιτελεί και η δική μας επιστημονική επιτροπή της Βουλής.<br />
    Τα συνταγματικά Δικαστήρια έχουν υιοθετηθεί επίσης από Χώρες που απέκτησαν Δημοκρατικό Σύνταγμα πολύ αργότερα στον 20ο αιώνα και όπου μέχρι τότε δεν υπήρχε και δεν ήταν αποδεκτός ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τη Δικαιοσύνη, όπως οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής  Ευρώπης.<br />
      Αντίθετα χώρες όπως η Ελλάδα με τη μεγάλη παράδοση αυστηρών  Συνταγμάτων δημοκρατικού χαρακτήρα είχαν αποδεκτό σύστημα διάχυτου δικαστικού ελέγχου της Συνταγματικότητας των νόμων, στο οποίο η αναγωγή του φυσικού Δικαστή στο Σύνταγμα είναι ευθεία, άμεση και χωρίς μεσολάβηση ως θεμελιώδες στοιχείο της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας των Δικαστηρίων και του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Το ισχύον σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου προβλέπεται ρητά στο Ελληνικό Σύνταγμα ήδη από το 1927 και η κατάργηση του με ένα συγκεντρωτικό έλεγχο από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο συνιστά δημοκρατική οπισθοδρόμηση.<br />
      Καμιά από τις πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις ή τις θεσμικές ανάγκες που γέννησαν τα Συνταγματικά Δικαστήρια στις χώρες όπου ισχύουν δεν χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελληνική κοινωνία και δημοκρατία.<br />
   Για αυτό, άλλωστε και η Νέα Δημοκρατία στο Συνταγματικό Δικαστήριο που προτείνει, δεν προβλέπει παρά τις ίδιες αρμοδιότητες με το υπάρχον ΑΕΔ και η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι η συγκέντρωση σε αυτό, του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.<br />
    Άρα το επιχείρημα ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν Συνταγματικό Δικαστήριο να αποκτήσουμε και εμείς, δεν έχει καμιά βάση, γιατί το κρίσιμο δεν είναι το όνομα ενός τέτοιου Δικαστηρίου, αλλά οι αρμοδιότητες και ο θεσμικός του ρόλος.<br />
        Είναι λοιπόν φανερό ότι μοναδικός ουσιαστικός λόγος για τον οποίο προτείνεται η ίδρυση ενός τέτοιου Δικαστηρίου στην Ελλάδα  είναι η απονεύρωση του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος και η κατάργηση του υπάρχοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.<br />
      Έχει επικεντρωθεί η συζήτηση στα δήθεν μειονεκτήματα του συστήματος αυτού, ενώ η προφανής πολιτική σκοπιμότητα της Νέας Δημοκρατίας είναι η αποφυγή του Δικαστικού ελέγχου από την εκτελεστική εξουσία, ώστε η τελευταία  ως έχουσα τη νομοθετική πρωτοβουλία και την κοινοβουλευτική πλειονοψηφία,  να νομοθετεί χωρίς έλεγχο. Αυτή είναι μια βαθιά αντιδημοκρατική νοοτροπία που δεν τη συμμεριζόμαστε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και για αυτό δεν θα συνδράμουμε στην υλοποίηση της, έστω και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα εξυπηρετούσε δήθεν και τα δικά μας «μικροκομματικά» συμφέροντα όταν αύριο θα έχουμε εμείς την Κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειονοψηφία.<br />
   Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν φοβάται το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων που ψηφίζει, αντίθετα είναι ανοιχτό σε αυτόν και σέβεται την τυχόν αντίθετη, δικαστική κρίση, αφού έχει ως πρώτιστο μέλημα του τη διασφάλιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών των πολιτών απέναντι και στις τυχόν άστοχες ή ατυχείς,  δικές του  νομοθετικές πρωτοβουλίες.     </p>
	<p>      Περνώντας τώρα στις επιμέρους κριτικές στο ισχύον  σύστημα δικαστικού ελέγχου επισημαίνουμε καταρχήν ότι ουσιαστικά δεν έχει προβλήματα το σύστημα παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.<br />
    Ορισμένες αδυναμίες που μπορούν να εντοπιστούν,  αφορούν κυρίως στη συγκρότηση και λειτουργία του ΑΕΔ και είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν με βελτιώσεις στη λειτουργία του υπάρχοντος συστήματος και πλέον συγκεκριμένα στην πρόταση της κυβέρνησης για το άρθρο 100 τα επιχειρήματα της είναι :<br />
1. Με το ισχύον σύστημα δεν ακυρώνεται από το Δικαστήριο ο νόμος που κρίνεται αντισυνταγματικός παρά μόνο αν πρόκειται για απόφαση του ΑΕΔ, που επιλαμβάνεται όμως μόνο αν εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις δύο ανωτάτων δικαστηρίων για την ίδια διάταξη τυπικού νόμου. Στις λοιπές περιπτώσεις το δικάζον δικαστήριο απλώς δεν εφαρμόζει τον κριθέντα ως  αντισυνταγματικό νόμο στη δικαζόμενη υπόθεση. Ο νόμος εξακολουθεί να ισχύει και οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο μπορεί να τον εφαρμόσει και ότι το γεγονός αυτό της δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και για αυτό θεωρείται μειονέκτημα.<br />
2. Εξαιτίας του ισχύοντος συστήματος  ελέγχου ο νόμος μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικός πολλά χρόνια μετά τη θέση του σε ισχύ με δήθεν αναδρομική δύναμη και ως εκ τούτου να ανατρέπονται διαμορφωμένες καταστάσεις να διαψεύδεται η εμπιστοσύνη των πολιτών και επιπλέον να δημιουργούνται  δημοσιονομικά προβλήματα.<br />
3. Η διαδικασία στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος για την αμετάκλητη κρίση της αντισυνταγματικότητας συνδέεται με τη διεξαγωγή μακρών δικαστικών αγώνων και ότι προκαλείται παρατεταμένη ανασφάλεια που δεν συνδυάζεται αρμονικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.<br />
   Όλα τα παραπάνω αναφέρονται ως μειονεκτήματα του συστήματος συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου αλλά στην ουσία άλλα από αυτά είναι πλεονεκτήματα και άλλα δεν αφορούν το σύστημα ελέγχου, αλλά θα ισχύουν ως αδυναμίες σε κάθε σύστημα δικαίου που αποδέχεται τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.</p>
	<p>   Απαντώντας σε αυτά τα επιχειρήματα εξηγούμε αμέσως γιατί απλώς χρησιμοποιούνται ως επίφαση στην πολιτική επιδίωξη του ελέγχου της δικαιοσύνης. </p>
	<p>1.   Είναι πλεονέκτημα του ισχύοντος συστήματος το ότι τα Δικαστήρια δεν ακυρώνουν το νόμο αλλά απλώς δεν τον εφαρμόζουν  στη δεδομένη περίπτωση.  Η ακύρωση του νόμου και η κατάργηση του είναι αρμοδιότητα της Βουλής και γενικά της νομοθετικής εξουσίας. Αντίθετα η δικαστική ακύρωση του νόμου είναι μάλλον μια αντικανονική διαδικασία και καλώς δεν υφίσταται.    Εάν εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου που αποφαίνεται ότι ο συγκεκριμένος νόμος είναι αντισυνταγματικός τότε η Βουλή σύμφωνα με τον κορυφαίο πολιτικό και συνταγματικό της ρόλο πρέπει να επιληφθεί του ζητήματος και να νομοθετήσει εκ νέου. Μέχρι να εκδηλωθεί η πρωτοβουλία της Βουλής πολύ σωστά ισχύει ο νόμος. Με βάση τη διάκριση των εξουσιών καλώς τα δικαστήρια δεν ακυρώνουν νόμους.<br />
   Η πρόταση να ιδρύσουμε Συνταγματικό Δικαστήριο για να ακυρώνει τους αντισυνταγματικούς νόμους εκχωρεί αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας που από το άρθρο 26 παρ. 1 ασκείται μόνο από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.<br />
Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα μειονέκτημα αυτό βρίσκεται στις διαδικασίες που έχουμε, στην Βουλή που δεν ασκεί τις αρμοδιότητες της και στην Κυβέρνηση που δεν λαμβάνει τη νομοθετική πρωτοβουλία να επιλύσει το ζήτημα. Το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας να μεταφέρει μια «αδυναμία» του τρόπου λειτουργίας της Βουλής και της Κυβέρνησης στο σύστημα ελέγχου της Συνταγματικότητας των νόμων είναι μεγάλο λάθος.<br />
   Άλλωστε και με το σύστημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου όταν ακυρωθεί ο νόμος η Βουλή κάτι θα πρέπει να νομοθετήσει στη θέση του, εκτός αν αφήσει αρρύθμιστο το ζήτημα. Αντίθετα κενό νόμου θα προκληθεί με την ακυρωτική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μέχρι να νομοθετήσει εκ νέου η Βουλή.<br />
   Άρα το ζήτημα που υπάρχει είναι να ασκηθούν οι αρμοδιότητες της Βουλής. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το σύστημα του δικαστικού ελέγχου των νόμων αλλά η «αδιαφορία» Βουλής και Κυβέρνησης στις δικαστικές αποφάσεις, η οποία μπορεί να  λυθεί άμεσα.<br />
     Όταν η απόφαση περί αντισυνταγματικότητας αφορά κατώτερα δικαστήρια ο Εισαγγελέας του Άρειου  Πάγου ή ο Επίτροπος της Επικρατείας μπορούν να ασκήσουν αναίρεση υπέρ του νόμου, καλό όμως είναι όπως μέχρι σήμερα να ασκείται με φειδώ και μόνο αν οι διάδικοι δεν ασκήσουν ένδικα μέσα και  να γίνεται μόνο αιτιολογημένα διότι διαφορετικά κάθε δικαστής θα είναι υπό το «φόβο» ότι η δικαστική του κρίση περί αντισυνταγματικότητας  θα υπόκειται σε σχεδόν υποχρεωτική υπέρ του νόμου αναίρεση από τον Εισαγγελέα ή τον Επίτροπο.<br />
    Μπορεί επίσης να προβλεφθεί στη δικονομία ευχέρεια και όχι υποχρέωση του κατώτερου Δικαστηρίου να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στην οικεία ολομέλεια ή καλύτερα στο τμήμα μείζονος συνθέσεως (γιατί η κατάχρηση θα μπλοκάρει τις ολομέλειες)  για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος και όχι μόνο για αντισυνταγματικότητα, άρα και για αντισυνταγματικότητα. Βέβαια είναι θέμα της κοινής νομοθεσίας και δεν αφορά το Σύνταγμα. </p>
	<p>2.  Δεν δημιουργείται ανασφάλεια δικαίου αφού ο νόμος ισχύει μέχρι να επιληφθεί η Βουλή, αυτεπάγγελτα ή με νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που στην ουσία αφορά άσκηση υφισταμένων  αρμοδιοτήτων,  και δεν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση.  Αντίθετα η ακύρωση του νόμου από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο θα δημιουργήσει νομοθετικό κενό και διοικητικό «χάος» αφού σειρά περιπτώσεων θα μένουν αρρύθμιστες μέχρι τη ψήφιση νέου νόμου.  </p>
	<p>3. Το θέμα του μεγάλου χρονικού διαστήματος μετά το οποίο μπορεί να ανακύψει  το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας είναι άσχετο με το θέμα του συστήματος ελέγχου, αφού η Δικαιοσύνη δεν επιλαμβάνεται αυτεπάγγελτα (εκτός ορισμένων εγκλημάτων) αλλά κατόπιν ένδικης διαφοράς με πρωτοβουλία κάποιου πολίτη. Το πότε λοιπόν θα γίνει αυτό δεν σχετίζεται με το σύστημα ελέγχου. Επίσης και στο σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου με Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας  να ανακύψει μετά 10-20 χρόνια. </p>
	<p>3. Δεν υπάρχει σήμερα μακρόχρονη δικαστική διαμάχη για ζητήματα αντισυνταγματικότητας, διότι εξαιρετικά σπάνια έχουμε τέτοια απόφαση από κατώτερο Δικαστήριο. Το θέμα προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά για πρώτη φορά στο στάδιο της αναίρεσης και παραπέμπεται να κριθεί τελειωτικά στην Ολομέλεια του οικείου Δικαστηρίου.<br />
 Αντίθετα μεγάλη καθυστέρηση  θα έχουμε με το νέο σύστημα με την υποχρεωτική παραπομπή του ζητήματος αντισυνταγματικότητας στην οικεία Ολομέλεια και μετά στο Συνταγματικό Δικαστήριο και μετά πάλι την επιστροφή της υπόθεσης στην Ολομέλεια η οποία θα παραπέμπει στο Δικαστήριο της ουσίας μετά την τυχόν αναίρεση για να έχουμε την τελική απόφαση. Το προτεινόμενο Συνταγματικό Δικαστήριο είναι αυτό που θα εισάγει ένα σύστημα  απόλυτα χρονοβόρο και βραδύτατο, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση.<br />
    Το συμπέρασμα είναι ότι όλα τα δήθεν μειονεκτήματα του σημερινού συστήματος αντί να εξαφανιστούν θα ενταθούν, ενώ θα προκύψουν και άλλα πολύ μεγαλύτερα. Κυρίως όμως θα έχουμε την ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική κηδεμονία της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, σε αντικατάσταση της διαρκούς προσπάθειας δημοκρατικής νομιμοποίησης της Δικαστικής εξουσίας που προάγει το σημερινό σύστημα.</p>
	<p>     Η θέση μας είναι ότι το ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν χρειάζεται μεταβολή και ως εκ τούτου δεν μας χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δικαστήριο και για αυτό καταψηφίζουμε την αναθεώρηση του άρθρου 100.<br />
Η προσωπική μου θέση ότι χρειάζεται βελτίωση της λειτουργίας του ΑΕΔ που μπορεί να γίνει με την τροποποίηση του νόμου 345/1976, για να αυξηθεί το εύρος των υπαγόμενων υποθέσεων σύγκρουσης ή αντισυνταγματικότητας άρθρο 100 παρ. 1  εδ.  δ &#038; ε για να μη μένουν αρρύθμιστες αληθινές περιπτώσεις συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων, που ενώ ερμήνευσαν ουσιαστικά τον ίδιο νόμο  δεν ανέφεραν ως εφαρμοστέα την ίδια ακριβώς διάταξη και αυτό φυσικά δημιουργεί ζητήματα ανασφάλειας δικαίου που θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί.  </p>
	<p>    Θα έβλεπα και τη βελτίωση της λειτουργίας του ΑΕΔ και η πρόταση μου στη Νέα Βουλή εφόσον η διάταξη κριθεί αναθεωρητέα από την κυβερνητική πλειονοψηφία τα εξής:  </p>
	<p>1) Η σύνθεση του ΑΕΔ να κληρώνεται για 4 χρόνια<br />
2)  Οι δικαστές να είναι αποκλειστικής απασχόλησης και να μην εργάζονται και στο Δικαστήριο προέλευσης. Εάν η 4ετής θητεία τους λήγει πριν τη συνταξιοδότηση τους να επιστρέφουν στο Δικαστήριο τους.<br />
3) Η εναλλαγή των δικαστών να είναι σταδιακή και όχι να αποχωρούν  όλοι μαζί όπως τώρα, ώστε να υπάρχει συνέχεια στη συγκρότηση του Δικαστηρίου. Στην πρώτη κλήρωση οι μισοί θα κληρωθούν για 2 έτη και οι υπόλοιποι για 4.<br />
4)  Η συμμετοχή των πανεπιστημιακών να θεσπιστεί και στην περίπτωση στ) της παρ. 1 του άρθρου 100, γιατί θεωρώ αναγκαία την παρουσίας τους.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=149</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>16η Συνεδρίαση της Επιτροπής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=147</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=147#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 24 Jan 2007 13:02:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=147</guid>
		<description><![CDATA[	Την Τετάρτη 24 Ιανουαρίου συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θέμα ημερήσιας διάταξης την πρόταση της ΝΔ για αναθεώρηση των άρθρων 56 (κωλύματα) και 57 (ασυμβίβαστα) του Συντάγματος καθώς και σχετικών διατάξεων σε τελικά άρθρα (111, 113, 115,117)

]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>Την Τετάρτη 24 Ιανουαρίου συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θέμα ημερήσιας διάταξης την πρόταση της ΝΔ για αναθεώρηση των άρθρων 56 (κωλύματα) και 57 (ασυμβίβαστα) του Συντάγματος καθώς και σχετικών διατάξεων σε τελικά άρθρα (111, 113, 115,117)
</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=147</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>15η Συνεδρίαση Επιτροπής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=146</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=146#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 24 Jan 2007 13:00:41 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=146</guid>
		<description><![CDATA[	Την Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2007 συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θέμα ημερήσιας διάταξης την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος, με σημείο αιχμής τα ζητήματα ορισμού και όρων προστασίας των δασών.

]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>Την Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2007 συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θέμα ημερήσιας διάταξης την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος, με σημείο αιχμής τα ζητήματα ορισμού και όρων προστασίας των δασών.
</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=146</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Α.Λοβερδος: Άρθρο 24 και κλιματικές αλλαγές - Η πρόταση της Ν.Δ. πρέπει να απορριφθεί</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=148</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=148#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 17 Jan 2007 13:05:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>Περιβάλλον-Χωροταξία</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=148</guid>
		<description><![CDATA[	ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ λόγο σήμερα για την προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς να κάνουμε λόγο πρωτίστως για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη; Είναι δυνατόν να συζητούμε σοβαρά για το συνταγματικό καθεστώς των δασών και των δασικών εκτάσεων, χωρίς να έχουμε υπ&#8217; όψιν μας τις νεότερες εκτιμήσεις για τις συνέπειες της κλιματικής [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ λόγο σήμερα για την προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς να κάνουμε λόγο πρωτίστως για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη; Είναι δυνατόν να συζητούμε σοβαρά για το συνταγματικό καθεστώς των δασών και των δασικών εκτάσεων, χωρίς να έχουμε υπ&#8217; όψιν μας τις νεότερες εκτιμήσεις για τις συνέπειες της κλιματικής μεταβολής παγκοσμίως, και ιδιαίτερα στην Μεσόγειο και την Ελλάδα;</p>
	<p>Η Κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία κρίνουν προφανώς ότι κάτι τέτοιο είναι όντως δυνατόν. <a id="more-148"></a>Μόνον έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η πρόταση που παρουσίασαν για την αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος όχι απλώς δεν λαμβάνει υπόψιν της τα νεότερα δεδομένα, αλλά και κινείται προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση από αυτήν που εκείνα υποδεικνύουν.   </p>
	<p>Έτσι, η Κυβέρνηση αγνοεί, ή παριστάνει ότι αγνοεί (και είναι δύσκολο να πει κανείς τι από τα δύο είναι χειρότερο), την πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών· σύμφωνα με αυτήν υπολογίζεται ότι έως το τελευταίο τρίτο του αιώνα η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου στην Ελλάδα θα έχει αυξηθεί από 6 έως 10 βαθμούς Κελσίου, ενώ οι ετήσιες βροχοπτώσεις θα μειωθούν από 20 έως και 80%. Μόνο στην Αθήνα οι ημέρες των θερινών καυσώνων προβλέπεται ότι θα δεκαπλασιαστούν.</p>
	<p>Αγνοεί, ή παριστάνει ότι αγνοεί, τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προβλέπουν αύξηση των περιόδων ξηρασίας, μείωση της αποδοτικότητας των αγροτικών γαιών κατά το ένα πέμπτο και δεκάδες χιλιάδες θανάτους ετησίως λόγω θερμοπληξίας.</p>
	<p>Αγνοεί, ή παριστάνει ότι αγνοεί, τις εκτιμήσεις και πάλι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι ο αριθμός των τουριστών που θα επισκέπτονται κάθε χρόνο τις χώρες της Μεσογείου θα μειωθεί λόγω της μεταβολής του κλίματος κατά 100 εκατομμύρια και το εισρέον συνάλλαγμα κατά 100 δις € ετησίως. Σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που μιλούν για άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ικανή να πλημμυρίσει το σύνολο σχεδόν των ελληνικών ακτών και παραλιών, είναι προφανές ότι αν η πρόγνωση αυτή επαληθευθεί, θα σημάνει κατ&#8217; ουσίαν το τέλος του ελληνικού τουρισμού. Ήδη, οι προγνώσεις μιλούν για δραματικό άνοιγμα της ψαλίδας εις βάρος του ευρωπαϊκού Νότου και υπέρ των χωρών του Βορρά. </p>
	<p>Τέλος, η Κυβέρνηση αγνοεί, ή παριστάνει ότι αγνοεί, την πρόσφατη Έκθεση του σερ Νίκολας Στερν για τις αμιγώς οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής μεταβολής, έκθεση η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της βρετανικής κυβέρνησης και είναι η διεξοδικότερη που διαθέτουμε. Σύμφωνα με αυτήν, το κόστος της κλιματικής μεταβολής υπολογίζεται παγκοσμίως στο ποσό των 5,5 τρις. €, κόστος συγκρίσιμο με εκείνο των καταστροφών που προκάλεσαν το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Εξίσου δραματικές θα είναι και οι γεωπολιτικές επιπτώσεις, αφού οι νέες συνθήκες θα οδηγήσουν μακριά από τις εστίες τους έως και 200 εκατομμύρια περιβαλλοντικούς πρόσφυγες. Στον αγώνα κατά της ανόδου της θερμοκρασίας, όλες οι χώρες καλούνται να επενδύουν κάθε χρόνο το 1% του ΑΕΠ τους. Αν δεν σπεύσουν να το κάνουν, το ετήσιο κόστος παγκοσμίως αναμένεται να φτάσει το 5% του ΑΕΠ – και, στο χειρότερο σενάριο, το 20%.</p>
	<p>Σε αντίθεση από ό,τι φαίνεται να φρονεί η Κυβέρνηση, η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ζήτημα αισθητικό ή φυσιολατρικό. ΔΕΝ ΕΧΕΙ να κάνει με ρομαντικές ευαισθησίες μιας χούφτας κινδυνολόγων οικολόγων ή νοσταλγών, αλλά με την ίδια την οικονομική και πολιτική αυτοσυντήρηση της χώρας. Η διάβρωση και ερημοποίηση του εδάφους· η δραματική μείωση των υδατικών αποθεμάτων· η κατακόρυφη αύξηση των ενεργειακών μας αναγκών και η διαιωνιζόμενη εξάρτηση της οικονομίας μας από τις εισαγωγές πετρελαίου· η πτώση της αποδοτικότητας των γεωργικών καλλιεργειών και η εγκατάλειψη της υπαίθρου· η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής: ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, και πλήθος ακόμη, ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΑΜΕΣΑ με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Μια περαιτέρω υποβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας, που είναι βέβαιο ότι θα επέλθει αν η κυβερνητική πρόταση γίνει δεκτή, θα επιτείνει τις συνέπειες της προϊούσας κλιματικής μεταβολής, θα τις επισπεύσει μάλιστα ραγδαία και θα αυξήσει σε ιλιγγιώδες, πιθανότατα απαγορευτικό, ύψος το κόστος για την αντιμετώπισή τους. Εν ολίγοις, θα υπονομεύσει ανεπανόρθωτα ό,τι ακριβώς η πλειοψηφία κόπτεται ότι με την πρότασή της αυτή επιθυμεί να υπηρετήσει: την βιώσιμη ανάπτυξη και το μέλλον της χώρας.</p>
	<p>Συμπερασματικά: α) Η πρόταση της Ν.Δ. έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διεθνείς προσπάθειες για αναχαίτιση των τραγικών κλιματικών μεταβολών και πιο συγκεκριμένα για τη μείωση της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου.  Και ειδικότερα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ευρωπαϊκή πολιτική που προσπαθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αυτή είναι γνωστή με τη σχετική Ανακοίνωση της 10ης Ιανουαρίου 2007 «Για τον περιορισμό των μεταβολών του κλίματος κατά 2 βαθμούς Κελσίου : ο δρόμος προς το 2020».<br />
β) Η μείωση των δασών και των δασικών εκτάσεων θα είναι το αποκλειστικό αποτέλεσμα της συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 24, αν η πρόταση της Ν.Δ. γινόταν δεκτή.  Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. καταψηφίζει και καταγγέλλει την πρόταση της Ν.Δ. για αναθεώρηση του άρθρου 24. Η συμφωνία τόσο του Κ.Κ.Ε. όσο και του ΣΥΝ με τη στάση μας αυτή εξασφαλίζει ότι η δασοκτόνα πρόταση της Ν.Δ, θα απορριφθεί.<br />
γ) Το επιχείρημα της Ν.Δ. ότι η αυστηρότητα του άρθρου 24 οδηγεί στην καταστρατήγησή του από τη διαπλοκή ιδιωτικών συμφερόντων με την αδύναμη και διεφθαρμένη διοίκηση μέσα από τη μεταβολή του χαρακτηρισμού ως δασών ή δασικών εκτάσεων μετά από εμπρησμούς ή πυρκαγιές και γι’ αυτό πρέπει να αναθεωρηθούν τα άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος, είναι απαράδεκτο και υποκριτικό.  Κι αυτό διότι η μείωση της συνταγματικής προστασίας απλώς θα διευρύνει τη διακριτική ευχέρεια για τη νομιμοποίηση έκνομων συναλλαγών.<br />
<em>Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την ομιλία του Α. Λοβέρδου για την Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος για το άρθρο 24 (17-1-2007)</em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=148</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Α. Λοβέρδου: Η προστασία των ζώων δείχνει τον πολιτισμό μας</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=145</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=145#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 15 Jan 2007 15:25:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>Άλλες Προτάσεις</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=145</guid>
		<description><![CDATA[	Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» την 12 –01- 2007
Ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ υπεύθυνος για θέματα Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων.
Ο ΤΡΟΠΟΣ που συμπεριφερόμαστε στα ζώα&#8230; αποδεικνύει πως ακόμα η σχέση μας με αυτά τα έμψυχα όντα βρίσκεται μακριά από τα πλαίσια, τόσο τα κοινωνικά όσο και τα νομικά, της Ενωμένης Ευρώπης.
Στο Σύνταγμα του [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p><em>Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» την 12 –01- 2007<br />
Ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ υπεύθυνος για θέματα Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων.</em><br />
Ο ΤΡΟΠΟΣ που συμπεριφερόμαστε στα ζώα&#8230; αποδεικνύει πως ακόμα η σχέση μας με αυτά τα έμψυχα όντα βρίσκεται μακριά από τα πλαίσια, τόσο τα κοινωνικά όσο και τα νομικά, της Ενωμένης Ευρώπης.<a id="more-145"></a><br />
Στο Σύνταγμα του 1975/1986/2001 κατοχυρώνεται η έννοια του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο περιλαμβάνεται και η άγρια πανίδα. Ωστόσο, γεννάται ένα ζήτημα, για το κατά πόσο, έστω και εμμέσως, θεμελιώνεται η προστασία των λεγόμενων οικιακών ζώων ή και αυτών που εκτρέφονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή ακόμη και των μεγαλύτερων ζώων. Όλων αυτών, δηλαδή, που δεν περιλαμβάνονται στην άγρια πανίδα.</p>
	<p>Το θέμα της προστασίας αυτής της κατηγορίας ζώων, αφορά όλους μας και όχι μόνο τους φιλόζωους συμπολίτες μας. Έχει σχέση με τον πολιτισμό μας, με την εικόνα της κοινωνίας μας και την καθημερινότητά μας. Το πρόβλημα το αντιμετωπίζουμε όλοι μπροστά μας. </p>
	<p>Ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στα ζώα εγκαταλείποντάς τα μόλις τα βαρεθούμε και αφού πριν τα έχουμε αγοράσει ως δώρο στα μικρά παιδιά μας εξασφαλίζοντάς τους έτσι τον τίτλο του αδέσποτου, η τραγική εικόνα της πολτοποίησης αυτών των μικρών οργανισμών στην άσφαλτο, οι συνθήκες διατροφής, μετακίνησης αλλά ακόμα και θανάτωσης των ζώων που εκτρέφονται για τη διατροφή μας, αποδεικνύουν πως ακόμα η σχέση μας με αυτά τα έμψυχα όντα βρίσκεται μακριά από τα πλαίσια, τόσο τα κοινωνικά όσο και τα νομικά, της Ενωμένης Ευρώπης.</p>
	<p>Την αδιαφορία την συναντάμε ακόμα και στο επίπεδο των θεσμών, βιώνοντας την αδυναμία αρκετών δήμων να αντιμετωπίσουν τις τύχες των δεκάδων αδέσποτων. Το πρόβλημα δεν είναι αξεπέραστο. Το αντιμετωπίσαμε, μάλιστα, επαρκώς όταν αναγκαστήκαμε να το κάνουμε, κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων. Μετά την περάτωσή τους, όμως, πάλι το χάος. </p>
	<p>Σε άλλες χώρες το πρόβλημα έχει διαπιστωθεί και αντιμετωπισθεί. Οι Γερμανοί, για παράδειγμα, συμπεριέλαβαν στο σύνταγμά τους και συγκεκριμένα στο άρθρο 20Α του Γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου, την υποχρέωση της πολιτείας να εγγυάται τους στοιχειώδους όρους διαβίωσης και των ζώων τόσο με νομοθετήματα όσο και με δικαστικές αποφάσεις. Αλλά και στη Σλοβενία, στο άρθρο 72 του Συντάγματός τους κατοχυρώνεται και καθορίζεται με νόμο η προστασία των ζώων από τη βαρβαρότητα. </p>
	<p>Οι λόγοι, βέβαια, για τους οποίους η πολιτεία οδηγήθηκε στη συνταγματική αυτή δέσμευση, ποικίλλουν ανά κράτος, ανά κοινωνία. Στη Γερμανία, που από το 2002 έχει συμπεριλάβει το ανωτέρω δικαίωμα, η διάταξη προέκυψε από την ανάγκη να προστατευθούν τα ζώα από τις θυσίες που γίνονταν κατά τη διενέργεια τελετών υποτιθέμενων θρησκευτικών δογμάτων. Το σίγουρο είναι πως οι σύγχρονες, πλέον, αξιακές αντιλήψεις την ελληνικής κοινωνίας αλλά και το πολιτισμικό της επίπεδο, επιβάλλουν την προστασία των ζώων και τη θεμελίωση αυτής στο Σύνταγμα. </p>
	<p>Ίσως κάποιοι, να ισχυρισθούν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της ανθρώπινης συνείδησης ή έστω με απλό νόμο. Η σκληρή καθημερινότητα και η ευαισθησία που πολλοί από εμάς πλέον την προσεγγίζουν, έχουν οδηγήσει τα πράγματα στο να είναι απαραίτητη η εναρμόνισή μας, και σε θεσμικό επίπεδο, με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κάτι, τέτοιο άλλωστε, εκτός από το ότι θα βοηθήσει στη λύση του προβλήματος, θα βελτιώσει την αξιοπιστία μας και την εικόνα της χώρας μας στη διεθνή κοινότητα. Η Ελλάδα, βέβαια, έχει κάνει ικανοποιητικά - θεσμικά μόνο - βήματα στον τομέα αυτό, ενσωματώνοντας από το 1992 στο δίκαιό της με τον Ν.2017/1992, τη σχετική σύμβαση για την προστασία των ζώων συντροφιάς του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1987. </p>
	<p>Πρόσφατα, κατατέθηκε στην πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικείμενη, από την επόμενη Βουλή, αναθεώρηση του Συντάγματος, πρόταση αναθεώρησης 58 βουλευτών σύμφωνα με την οποία διατυπώνεται η υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την προστασία των ζώων. Η πρόταση και η διατύπωσή της είναι λιτή διότι ο σκοπός είναι να προστατεύεται το δικαίωμα αυτό με συνταγματικό τρόπο, ώστε να μην αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του κοινού νομοθέτη να πράττει ή μη. Πολλές φορές, δε, δεν βοηθάμε το νομοθέτη αν εκτός από την κατευθυντήρια γραμμή, του καθορίζουμε πιο πληθωρικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ανάλογα με τις συνθήκες θα κινηθεί. </p>
	<p>Ο αριθμός των 58 αυτών υπογραφών σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, κατατάσσει την πρόταση σε αυτές που θα συζητηθούν και θα τεθούν προς ψήφιση, για την επόμενη αναθεωρητική Βουλή, περίπου το Φεβρουάριο ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων και έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει ένα μεγάλο αριθμό ψήφων κατά τη συζήτησή της. Ένα ζήτημα, λοιπόν, που απασχολεί όλους μας, άλλους πολύ και άλλους λιγότερο και ίσως για διαφορετικούς λόγους, μπορεί να αντιμετωπισθεί και για πρώτη φορά να συμπεριληφθεί στη λίστα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάγματός μας, επιβάλλοντας έτσι στον κοινό νομοθέτη να συγκεκριμενοποιήσει τους τομείς και τους τρόπους δράσης και προστασίας.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=145</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Κ.Μποτόπουλος: Από το 16 έως το 180 - Μερικά δεδομένα στη συζήτηση περί ανώτατης εκπαίδευσης</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=144</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=144#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 15 Jan 2007 15:22:44 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>Παιδεία - ΑΕΙ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=144</guid>
		<description><![CDATA[	Δημοσιεύθηκε στα Νέα, την 15-1-2007
Ο συνταγματολόγος Κ. Μποτόπουλος είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ
1. Η Παιδεία αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα της κοινωνίας και της Πολιτείας. Είναι αλήθεια, ιδίως για μια χώρα σαν την Ελλάδα, στην οποία α) η υποχώρηση του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης είναι πανθομολογούμενη, μετρήσιμη και διαρκής, β) το βασικό εθνικό της [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p><em>Δημοσιεύθηκε στα Νέα, την 15-1-2007</em><br />
<em>Ο συνταγματολόγος Κ. Μποτόπουλος είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ</em><br />
1. Η Παιδεία αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα της κοινωνίας και της Πολιτείας. Είναι αλήθεια, ιδίως για μια χώρα σαν την Ελλάδα, στην οποία α) η υποχώρηση του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης είναι πανθομολογούμενη, μετρήσιμη και διαρκής, β) το βασικό εθνικό της κεφάλαιο είναι οι άνθρωποι, που κυρίως με την εκπαίδευση βελτιώνονται και αποδίδουν. Όμως αυτή η αλήθεια συχνά και από πολλούς παραμερίζεται, αφού την ώρα της πράξης, δηλαδή της απόφασης περί προτεραιοτήτων, της κατανομής χρημάτων, της λήψης μέτρων, της επιλογής υπευθύνων προσώπων, η Παιδεία αντιμετωπίζεται σαν φτωχός πολιτειακός συγγενής. <a id="more-144"></a></p>
	<p>2. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι κρίσιμος αλλά ούτε καν ο πιο σημαντικός κρίκος στην εκπαιδευτική αλυσίδα. Η ανώτατη εκπαίδευση πατάει πάνω στη βασική και τη μέση, υποδέχεται και διαμορφώνει τους φοιτητές με τα εφόδια που οι δύο πρώτες βαθμίδες τούς είχαν δώσει ή στερήσει. Η παθογένεια της ελληνικής εκπαίδευσης έχει κυρίως να κάνει με τη νοοτροπία (μάθηση και όχι γνώση), τη μέθοδο (αποστήθιση αντί δημιουργικότητας), τη στόχευση (εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο και όχι απόκτηση εφοδίων για την καταλληλότερη επιλογή), στοιχεία που όλα εμποτίζουν τους νέους από το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο και τους ακολουθούν απλώς στο Πανεπιστήμιο. Η όποια ουσιαστική μεταρρύθμιση, συνεπώς, δεν πρέπει ν&#8217; αρχίσει αλλά μόνο να ολοκληρωθεί με την ανώτατη εκπαίδευση. </p>
	<p>3. Στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης, η αλλαγή της νομικής φύσης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (το άρθρο 16 όπως τώρα συζητείται) είναι δευτερεύουσας σημασίας παρέμβαση, αν όχι παρωνυχίδα. Κανένα από τα βασικά προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης - η αυτοδιοίκηση, οι υποδομές, η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση, το πνεύμα διδασκαλίας και η υποδοχή της μάθησης, η παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων, η προαγωγή νησίδων αριστείας - δεν απαιτεί συνταγματική μεταρρύθμιση για ν&#8217; αρχίσει να βελτιώνεται, ούτε θα βελτιωθεί αυτομάτως αν ευοδωθεί η προτεινόμενη, ή και κάθε άλλη, συνταγματική μεταρρύθμιση. </p>
	<p>4. Στο ειδικό θέμα της δυνατότητας ίδρυσης πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, η άρνηση οποιασδήποτε αλλαγής είναι συντηρητική και αντιπαραγωγική στάση. Δεν νοείται υπεράσπιση «κεκτημένου» που λειτουργεί τόσο προβληματικά. Ούτε φόβος απέναντι στην υπό προϋποθέσεις και έλεγχο διάνοιξη και άλλων διεξόδων για την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης. Ούτε είναι ακριβές να λέγεται ότι η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων κάμπτει την αντιμετώπιση της ανώτατης εκπαίδευσης από την Πολιτεία ως δημοσίου αγαθού, μιας και τα δημόσια Πανεπιστήμια θα συνεχίσουν να είναι ο κανόνας και προσιτά στον καθένα. Ούτε νοείται (και γι&#8217; αυτό πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει), ειδικά στο πεδίο της εκπαίδευσης, απαγόρευση (το είχε πει, ήδη από το 1910, ο Βενιζέλος - ο Ελευθέριος φυσικά). </p>
	<p>5. Για την όποια αλλαγή δεν μπορεί να μη λαμβάνονται υπόψη η φύση και οι κανόνες της διαδικασίας υλοποίησής της, δηλαδή εν προκειμένω της συνταγματικής αναθεώρησης. Η συνταγματική αναθεώρηση έχει μια μείζονα διπλή ιδιοτυπία: εξελίσσεται σε δύο φάσεις (και σε δύο Βουλές), στο μέσο των οποίων παρεμβάλλονται εκλογές, απαιτεί δε τη συγκέντρωση, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση, υπερκομματικής πλειοψηφίας 180 βουλευτών. Σε ζητήματα κρίσιμης σημασίας, όπως η Παιδεία, είναι αυτονόητο ότι αυτή η πλειοψηφία είναι πολύ ασφαλέστερο αλλά και πολύ δημοκρατικότερο να διαμορφώνεται στη δεύτερη Βουλή, η οποία θα καθορίσει το περιεχόμενο της αναθεωρούμενης διάταξης - δηλαδή, στην περίπτωσή μας, τις εγγυήσεις για να είναι τα νέου τύπου Πανεπιστήμια πράγματι μη κερδοσκοπικά, υψηλών προδιαγραφών και υπό τον έλεγχο του κράτους. Ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, μια τέτοια στάση όχι μόνο δεν αναιρεί τη θέση αρχής του (αφού το άρθρο 16 θα αναθεωρηθεί με τις ψήφους του) αλλά είναι και η μόνη που εξασφαλίζει συγκαθορισμό και από τα δύο μεγάλα κόμματα και όχι αποκλειστικά από την επόμενη κυβέρνηση, όποια και να είναι αυτή. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=144</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>14η Συνεδρίαση Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης (Παιδεία)</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=141</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=141#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 11 Jan 2007 17:49:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=141</guid>
		<description><![CDATA[	Την Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2007, στην πρώτη της συνεδρίαση κατά το νέο έτος, συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, σε μία μακρά συνεδρίαση που κράτησε ως τις 21.00, με θέμα την αναθεώρηση του άρθρου 16 περί παιδείας, με θέμα αιχμής την θέσπιση της δυνατότητας ίδρυσης μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>Την Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2007, στην πρώτη της συνεδρίαση κατά το νέο έτος, συνεδρίασε η Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, σε μία μακρά συνεδρίαση που κράτησε ως τις 21.00, με θέμα την αναθεώρηση του άρθρου 16 περί παιδείας, με θέμα αιχμής την θέσπιση της δυνατότητας ίδρυσης μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.
</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=141</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Ανησυχία για την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 διατυπώνουν ΜΚΟ (WWF Ελλάς, Ελλην.Εταιρία, Ελλ.Ορνιθολογ.Εταιρία)  και αρμόδιοι φορείς (ΤΕΕ, ΣΕΠΟΧ)</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=140</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=140#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 11 Jan 2007 17:44:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ</category>
	<category>Περιβάλλον-Χωροταξία</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=140</guid>
		<description><![CDATA[	Λάβαμε τις απόψεις  που διατύπωσαν από κοινού η WWF Ελλάς. η Ελληνική Εταιρία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και του Πολιτισμού, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το ΤΕΕ (Μον. Επιτροπή Περιβάλλοντος &#038; Αειφόρου Ανάπτυξης) και ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών σχετικά με την αναθεώρηση του άρθρου 24, οι οποίες έχουν ως εξής (σύμφωνα με [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>Λάβαμε τις απόψεις  που διατύπωσαν από κοινού η WWF Ελλάς. η Ελληνική Εταιρία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και του Πολιτισμού, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το ΤΕΕ (Μον. Επιτροπή Περιβάλλοντος &#038; Αειφόρου Ανάπτυξης) και ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών σχετικά με την αναθεώρηση του άρθρου 24, οι οποίες έχουν ως εξής <em>(σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου)</em>:</p>
	<p><em>ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΝΑ ΠΡΟΑΣΠΙΣΟΥΝ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ<br />
Την έντονη ανησυχία μας για την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος, εκφράζουμε οι: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Προστασίας Περιβάλλοντος και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών και WWF Ελλάς.<br />
Σύμφωνα με τους παραπάνω φορείς, η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος δεν έρχεται σε σύγκρουση με την ανάπτυξη του τόπου, όπως ισχυρίζονται οι υπέρμαχοι της αναθεώρησης. Αντιθέτως, σε μια χώρα που εξαρτάται εν πολλοίς από τον τουρισμό η ουσιαστική προστασία του φυσικού μας πλούτου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση για την πραγματικά αειφορική ανάπτυξη της χώρας. <a id="more-140"></a></p>
	<p>Συγκεκριμένα, είμαστε αντίθετοι προς μια εκ νέου αναθεώρηση του άρθρου 24 για τους εξής λόγους:</p>
	<p>1. Στο σκεπτικό της αναθεώρησης δε διαφαίνεται καμία πρόθεση βελτίωσης του ισχύοντος θεσμικού καθεστώτος προστασίας του φυσικού πλούτου της χώρας. Τουναντίον, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις πιθανότατα θα διευκολύνουν την προώθηση «έργων» και παρεμβάσεων σε ευαίσθητες περιοχές, δασικού κυρίως χαρακτήρα, οι οποίες είναι ασύμβατες με το ισχύον συνταγματικό καθεστώς προστασίας. Σημειώνουμε ότι τα όποια προβλήματα στο περιβάλλον δεν έχουν προκύψει από την ισχύουσα συνταγματική διάταξη, αλλά από την ελλειμματική νομοθεσία και την κακή διοικητική πρακτική.</p>
	<p>2. Η έλλειψη συνολικού τομεακού-χωρικού σχεδιασμού – σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη καθυστέρηση ολοκλήρωσης του Κτηματολογίου – αποτελούν βασικό κίνητρο για τη διαιώνιση των καταπατήσεων δημόσιας και οικολογικά πολύτιμης γης στη χώρα μας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την πλούσια σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).</p>
	<p>3. Οι προτεινόμενες διατάξεις που προβλέπουν την τοποθέτηση του χρονικού ορίου του 1975 για τη συνταγματική κατοχύρωση του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων συνιστούν μείωση του κύρους του Συντάγματος και υποβιβασμό του σε εργαλείο νομιμοποίησης παρανομιών.</p>
	<p>Με την ευκαιρία της συζήτησης της 17ης Ιανουαρίου, ζητούμε από την κοινοβουλευτική Επιτροπή Αναθεώρησης:</p>
	<p>1. να δώσει την πρέπουσα βαρύτητα στη συζήτηση για το μέλλον του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής στη χώρα. </p>
	<p>2. να αποσαφηνίσει πως η Βουλή των Ελλήνων δε θα επιτρέψει καμία υποβάθμιση του συνταγματικού πλαισίου προστασίας του περιβάλλοντος και κυρίως των ιδιαίτερα ευπαθών δασών και δασικών εκτάσεων, και των δύο με ισότιμη σημασία.</p>
	<p>3. να αποσυρθεί η προτεινόμενη κατάργηση ενός βαθύτατα δημοκρατικού και παραδοσιακού θεσμού, δηλαδή του διάχυτου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με την βλαπτική προσθήκη μίας ακόμη βαθμίδας στην απονομή δικαιοσύνης, δηλαδή του προτεινόμενου «συνταγματικού δικαστηρίου». Αυτή η προσθήκη σκοπεί ασφαλώς στην παράκαμψη της δυνατότητας συνταγματικού ελέγχου νόμων και διαταγμάτων από το ΣτΕ.</p>
	<p>Περισσότερες πληροφορίες:<br />
Γιάννης Μιχαήλ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, sfyp@ellinikietairia.gr, τηλ. 210 3225245<br />
Ξενοφών Κάππας, Διευθυντής Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, xkappas@ornithologiki.gr, τηλ. 210 8228704<br />
Χριστίνα Θεοχάρη, Επιμελήτρια Μον. Επιτροπής Περιβάλλοντος &#038; Αειφόρου Ανάπτυξης ΤΕΕ, c_theoch@otenet.gr, τηλ. 210 8837319<br />
Ηλίας Μπεριάτος, Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, τηλ. 6972 213604<br />
Δημήτρης Καραβέλλας, Διευθυντής WWF Ελλάς, d.karavellas@wwf.gr, τηλ. 210-3314893</em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=140</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Περί της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=138</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=138#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 11 Jan 2007 15:40:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=138</guid>
		<description><![CDATA[	Λάβαμε την άποψη της Βάσως Ι. Σουλαδακη, διεθνολόγου, η οποία μας έγραψε τα εξής:
Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες, μιας προσπάθειας επηρεασμού της κοινής γνώμης με τελικό στόχο να πεισθεί ότι κεντρικά δημόσια αγαθά όπως η παιδεία, η υγεία, και η κοινωνική ασφάλιση θα πρέπει να εκχωρηθούν σε ιδιώτες.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διεκδικεί με [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p>Λάβαμε την άποψη της Βάσως Ι. Σουλαδακη, διεθνολόγου, η οποία μας έγραψε τα εξής:<br />
<em>Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες, μιας προσπάθειας επηρεασμού της κοινής γνώμης με τελικό στόχο να πεισθεί ότι κεντρικά δημόσια αγαθά όπως η παιδεία, η υγεία, και η κοινωνική ασφάλιση θα πρέπει να εκχωρηθούν σε ιδιώτες.</em><a id="more-138"></a><br />
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διεκδικεί με μια παρωχημένη ακραία φιλελεύθερη αντίληψη την παραμονή στον σκληρό πυρήνα του κράτους, του δικαστικού σώματος, των εισπρακτικών μηχανισμών και των δυνάμεων τάξης, καταστολής και κρατικής ασφάλειας την στιγμή που σε όλη την Ευρώπη αυτήν την στιγμή διεξάγεται ευρεία συζήτηση σχετικά την προστασία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου, ακόμα και από  συντηρητικές κυβερνήσεις όπως της κ. Μερκελ στην Γερμανία.</p>
	<p>Ο τελικός ιδεολογικός και πολιτικός στόχος είναι οι όποιες πλευρές κοινωνικού κράτους να περιορισθούν η και εκλείψουν σε βάθος χρόνου.</p>
	<p>Δεν είναι τυχαίο ότι το επικοινωνιακό μοντέλο της κυβέρνησης , στηρίζεται στους άξονες ότι το κράτος είναι ακριβό και σπάταλο ενώ οι υπηρεσίες που προσφέρει είναι χαμηλού επιπέδου. .  </p>
	<p>Έτσι ως μονόδρομος και πανάκεια για κάθε νόσο εμφανίζεται η ιδιωτική πρωτοβουλία.</p>
	<p>Με βάση την  παραπάνω προβληματική θα αναπτύξω παρακάτω την άποψη μου  για το θέμα της αναθεώρησης του άρθρου 16  και το «δίλημμα» μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού Πανεπιστήμιου.</p>
	<p>Είναι απολύτως προφανές ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα πασχει σε όλες τις βαθμίδες και όχι μόνο στην τριτοβάθμια.</p>
	<p>Όμως από μόνη της αυτή η διαπίστωση δεν αρκεί για να γίνονται προτάσεις επίλυσης με αφοριστικό η δογματικό περιεχόμενο.</p>
	<p>Την ίδια στιγμή που ασκείται μια δριμεία κριτική στο ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο για ευνόητους λόγους, αυτό το σύστημα «παράγει» από τους καλλίτερους γιατρούς, τους καλύτερους μηχανικούς, τους καλύτερους σε πολλούς τομείς των θεωρητικών αλλά και θετικών επιστήμων αλλά και σε πολλούς τομείς της επιστημονικής έρευνας.</p>
	<p>Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η αναθεώρηση η μη του άρθρου 16, γιατί σε τελευταία ανάλυση η πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια εκπαίδευση αλλά και η εισαγωγή στα πανεπιστήμια ουδεμία σχέση έχουν με την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου.</p>
	<p>Αλλά όσον αφορά τον ρόλο του Πανεπιστήμιου η συζήτηση πρέπει να γίνει πάνω στο τρίπτυχο «ακαδημαϊκό ήθος και ελευθερία, Δημοκρατία, και ίσες ευκαιρίες πρόσβασης για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας και  κοινωνικής προελεύσεως».<br />
Καλό θα ήταν επίσης επειδή το τελευταίο διάστημα ακούγονται γνώμες και απόψεις ατεκμηρίωτες να ρίχναμε μια ματιά στο καθεστώς των Πανεπιστήμιων σε άλλες χώρες της Ευρώπης και του Κόσμου.</p>
	<p>Για παράδειγμα στην Μεγάλη Βρετανία δεν υπάρχουν ιδιωτικά Πανεπιστήμια εκτός από ένα, Στην Σουηδία καθόλου, στην Ιρλανδία καθόλου στην Γαλλία επίσης και ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν Χώρες με ιδιωτικά Πανεπιστήμια όπως η Πορτογαλία για παράδειγμα, που στις μέρες όμως αντιμετωπίζονται καχύποπτα από πολίτες της χωρας ως προς την ποιότητα και το επίπεδο των σπουδών που προσφέρουν.</p>
	<p>Όπως και να έχει μια προσέγγιση με δείγμα τις παραπάνω χώρες είναι πολύ εύκολο να αποδείξει ότι τα Πανεπιστήμια είναι είτε αυτόνομα ( αυτοδιοικούμενα ), είτε κρατικά είτε έχουν την μορφή ιδρύματος πάντως σε καμία περίπτωση δεν είναι ιδιωτικά.</p>
	<p>Στην χώρα μας υπάρχει μια ιδιαιτερότητα σχεδόν μοναδική σε επίπεδο Ευρώπης και αυτή είναι τα λεγόμενα κέντρα Ελευθερών σπουδών.</p>
	<p>Μέχρι τώρα έχουν αποφοιτήσει από αυτά τα κέντρα περίπου 100,000 νέοι που μαζί με τους επιχειρηματίες συνιστούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης διεκδικώντας δικαιώματα, αλλά και τυπικά προσόντα.</p>
	<p>Πολλοί από αυτούς τους επιχειρηματίες τροφοδοτούν τα ΜΜΕ με παραπληροφόρηση για να διαμορφώσουν συνθήκες υπέρ τους.</p>
	<p>Και ακριβώς στο σημείο αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή από ’όσους πραγματικά ανησυχούν και προβληματίζονται για τα ουσιαστικά προβλήματα της παιδείας.</p>
	<p>Είναι σαφές ότι οι αλλαγές στην εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να ακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις επιδιώκοντας πάντοτε το βέλτιστο.</p>
	<p>Στο πλαίσιο αυτό η όποια συζήτηση για το άρθρο 16 χωρίς να συνοδεύεται από συνολικό σχέδιο για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μπορεί να καταλήξει απολύτως ατελέσφορη.</p>
	<p>Από την άποψη αυτή στο μέτρο που η ελληνική κοινωνία απαιτεί τα θέματα παιδείας να αντιμετωπιστούν με την ανάλογη σοβαρότητα , οι όποιες αλλαγές είτε απαιτούν συνταγματική αναθεώρηση είτε όχι πρέπει να είναι συνολικά διαφανείς, άμεσες και με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=138</wfw:commentRSS>
	</item>
		<item>
		<title>Ευ.Βενιζέλος: Το ζήτημα του άρθρου 16</title>
		<link>http://www.neosyntagma.gr/?p=137</link>
		<comments>http://www.neosyntagma.gr/?p=137#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 03 Jan 2007 10:49:38 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Διαχειριστής</dc:creator>
		
	<category>Παιδεία - ΑΕΙ</category>
		<guid>http://www.neosyntagma.gr/?p=137</guid>
		<description><![CDATA[	Δημοσιεύθηκε στο προσωπικό ιστολόγιο του Ευ.Βενιζέλου (http://evenizelos.blogspot.com/) στις 10-11-2006
Όσοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων είναι το άρθρο 16 του Συντάγματος απατώνται και παραπλανούν. Στο ζήτημα της παιδείας συμπυκνώνονται όλα τα ζητήματα που αφορούν αφενός μεν το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, αφετέρου δε τη διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης σε όλες [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[	<p><em>Δημοσιεύθηκε στο προσωπικό ιστολόγιο του Ευ.Βενιζέλου (http://evenizelos.blogspot.com/) στις 10-11-2006</em><br />
Όσοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων είναι το άρθρο 16 του Συντάγματος απατώνται και παραπλανούν. Στο ζήτημα της παιδείας συμπυκνώνονται όλα τα ζητήματα που αφορούν αφενός μεν το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, αφετέρου δε τη διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. <a id="more-137"></a>Το πρόβλημα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες δεν είναι συνεπώς συνταγματικό, αλλά πολιτικό, οικονομικό και πρωτίστως παιδαγωγικό. Αφορά τις κακές και ξεπερασμένες παιδαγωγικές πρακτικές που καταλήγουν σε ένα λύκειο χωρίς ταυτότητα. Σε ένα λύκειο που παράγει αποφοίτους χωρίς επαρκείς δεξιότητες και υποτάσσεται στην «διαστροφική» λογική των γενικών εξετάσεων που ακυρώνουν τη δημιουργική σκέψη, βασανίζουν παιδιά και γονείς και λειτουργούν ως προθάλαμος στον οποίο αναπαράγεται και οξύνεται τόσο το πρόβλημα της παραπαιδείας, όσο και το διαρθρωτικό πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου.<br />
Αν λένε αλήθεια όσοι δηλώνουν ότι έχουν ως θεμελιώδη στόχο την αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, τότε όλα όσα απαιτεί η πλήρης αναβάθμιση και ο ριζικός εκσυγχρονισμός του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου μπορούν να γίνουν και στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος. Καταγράφω τα οκτώ βασικά σημεία:<br />
1. Η πλήρης διοικητική χειραφέτηση των πανεπιστημίων, με άμεση ψήφιση σχετικής διάταξης νόμου, ώστε το καθένα από αυτά να αναλάβει, ως κοινότητα διδασκόντων και διδασκομένων, την ευθύνη των αναγκαίων αλλαγών με τρόπο που προσιδιάζει στο αντικείμενο, το μέγεθος και τον τόπο εγκατάσταση κάθε ακαδημαϊκής μονάδας, με βάση δηλαδή την αρχή της πολυτυπίας και όχι την αρχή της ομοιομορφίας.<br />
2. Η επαρκής χρηματοδότηση όχι μόνο των βασικών πανεπιστημιακών λειτουργιών, αλλά και της έρευνας σε συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και τον ιδιωτικό τομέα που πρέπει να σέβεται την ακαδημαϊκή αυτονομία και να αξιοποιεί τις δυνατότητες των ελληνικών πανεπιστημίων. Βασική πανεπιστημιακή λειτουργία είναι και η φοιτητική μέριμνα και ιδίως η καταπολέμηση της φοιτητικής φτώχειας. Ο στόχος του 5% του ΑΕΠ για την παιδεία μπορεί να επιτευχθεί στον φετινό και τους δύο το πολύ επόμενους προϋπολογισμούς, δηλαδή μέσα σε μία τριετία.<br />
3. Η παροχή στα πανεπιστήμια της πλήρους ευχέρειας για ανάπτυξη ευέλικτων, σύγχρονων και πρωτότυπων διατμηματικών, διασχολικών και διαπανεπιστημιακών εκπαιδευτικών, αλλά και ερευνητικών προγραμμάτων, προσέλκυση ξένων φοιτητών σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, οργάνωση και ξενόγλωσσων προγραμμάτων, ακαδημαϊκή διαπανεπιστημιακή αξιολόγηση σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.<br />
4. Η πλήρης ακαδημαϊκή εξίσωση των ΤΕΙ με τα ΑΕΙ με διατήρηση όμως του ιδιαίτερου τεχνολογικού τους προσανατολισμού και με όσα αυτή συνεπάγεται ως προς τα προσόντα του διδακτικού προσωπικού και ιδίως ως προς το επιστημονικό και επαγγελματικό μέλλον των φοιτητών.<br />
5. Η ριζική αλλαγή στην οργάνωση και τους σκοπούς του λυκείου και η εξίσου ριζική αλλαγή της φιλοσοφίας και του προσανατολισμού των γενικών εξετάσεων, δηλαδή του τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ. Είναι ανάγκη να υπάρχουν πιστοποιημένες δεξιότητες των αποφοίτων του λυκείου (π.χ. ξένη γλώσσα, χρήση υπολογιστή). Να προβλέπεται η παροχή β’ ευκαιρίας σε όλους τους νέους για την πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών καθώς και η διασφάλιση της δυνατότητας ενδοπανεπιστημιακής κινητικότητας των φοιτητών που εισάγονται σε ένα τμήμα και επιδιώκουν την μετακίνηση τους σε άλλο.<br />
6. Ο νομοθετικός και διοικητικός έλεγχος (με την έννοια της πιστοποίησης της ακρίβειας των διαφημιζομένων ιδιοτήτων) όλων των εκπαιδευτικών υπηρεσιών που προσφέρονται σε μεταλυκειακό επίπεδο ως «πανεπιστημιακού» χαρακτήρα σπουδές.<br />
7. Η διαμόρφωση του νομικού πλαισίου της εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα από πανεπιστήμια άλλων κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από ελληνικά πανεπιστήμια σε άλλα κράτη-μέλη, στο πλαίσιο αυτών που πράγματι ισχύουν στην κοινοτική έννομη τάξη σύμφωνα και με τη νομολογία του ΔΕΚ αφενός μεν ως προς την ακαδημαϊκή αναγνώριση, αφετέρου δε ως προς την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων.<br />
8. Η διασφάλιση της δυνατότητας ίδρυσης με νόμο μη κρατικών, αλλά πάντοτε μη κερδοσκοπικών- κοινωφελών πανεπιστημίων που θα λειτουργούν αυτόνομα, αλλά υπό δημόσιο έλεγχο, με αξιοκρατική εισαγωγή των φοιτητών και ακαδημαϊκά κριτήρια επιλογής των καθηγητών, εφόσον φυσικά υπάρχουν οι δωρητές και οι χορηγοί που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το βάρος της ίδρυσης και της λειτουργίας τους. Οι ίδιοι συνταγματικοί κανόνες ποιότητας και αξιοκρατίας πρέπει να ισχύουν για όλα τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Το δικαίωμα της εκπαίδευσης κατά το λόγο της αξίας και της οικονομικής δυνατότητας του καθενός πρέπει να ισχύει παντού και όχι μόνο στα δημόσια κρατικά πανεπιστήμια.</p>
	<p>Μία αναθεώρηση του άρθρου16 θα είχε συνεπώς νόημα αν όλα αυτά –εγγυήσεις και δυνατότητες- που συνάγονται από την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση, περιλαμβανόντουσαν ρητά στο σύνταγμα για την αποφυγή ερμηνευτικών τριβών και καθυστερήσεων. Η τοποθέτηση όμως του άρθρου 16 στο κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων και μάλιστα εν λευκώ (καθώς οι νομικές δεσμεύσεις τίθενται από την επόμενη και όχι από αυτή την Βουλή) προκαλεί -και αυτό είναι εύλογο – έντονη ανησυχία στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Πολλοί φοβούνται την εγκατάλειψη και την υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστήμιου και τον άνισο ανταγωνισμό από ιδιωτικά πανεπιστήμια με υψηλά δίδακτρα, άμεσες ή έμμεσες επιχειρηματικές ενισχύσεις και άμεση ή έμμεση κρατική πριμοδότηση ή από δήθεν «πανεπιστήμια» που θα ευτελίσουν την ίδια την έννοια της ανώτατης εκπαίδευσης. Η Νέα Δημοκρατία στην δική της πρόταση αναθεώρησης δεν περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις.<br />
Εφόσον συνεπώς δεν παρασυρόμαστε από ένα νεοφιλελεύθερο οίστρο και εφόσον θέλουμε πράγματι να αντιμετωπιστούν με αυστηρούς ποιοτικούς όρους και ισχυρές εγγυήσεις τα οκτώ σημεία που παραθέσαμε, τότε σε καμία περίπτωση η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν μπορεί να αφεθεί στην απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής.<br />
Ούτε η παιδεία ούτε το Σύνταγμα είναι πεδία για κομματικές «ζαριές». Το ΠΑΣΟΚ θέλει και μπορεί να κερδίσει τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, στο Σύνταγμα όμως, όπως και στην παιδεία, απαιτείται να διαμορφώνονται οι ευρύτερες δυνατές συναινέσεις και πλειοψηφίες.<br />
Αν λοιπόν η ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16 αποφασιστεί από τη σημερινή Βουλή με πλειοψηφία ίση ή μεγαλύτερη των 180 ψήφων, η επόμενη βουλή θα μπορεί να το διαμορφώσει επί της ουσίας με μόλις 151 ψήφους. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί και για λόγους συνταγματικής σοβαρότητας, αλλά και γιατί θα πυροδοτήσει αντί να κατευνάσει τη μακρά και γενικευμένη κρίση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.<br />
Πρακτικά αρκεί να ψηφίσουν στην παρούσα Βουλή μόλις 15 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ υπέρ της ανάγκης αναθεώρησης του άρθρου 16 για να συγκεντρωθεί, μαζί με τους 165 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, η αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων. Άρα σημασία δεν έχει η διαφοροποίηση μερικών βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που έχουν συνειδησιακό πρόβλημα, όπως έχω εγώ ως καθηγητής πανεπιστημίου και ως δάσκαλος του συνταγματικού δικαίου. Σημασία έχει να διαμορφώσει και να προβάλει το ΠΑΣΟΚ μία συνολική και αξιόπιστη πρόταση για την έξοδο της παιδείας από την κρίση.<br />
Η ευθύνη της κρίσης βαραίνει την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό προσωπικά. Η κυβέρνηση, με αφορμή την απεργία των δασκάλων, δοκίμασε ένα εγχώριο μοντέλο θατσερικού τύπου. Επένδυσε στην δική της αδιαλλαξία και την κούραση και την οικονομική καχεξία των απεργών. Και αυτό όμως έφτασε μέχρις ενός ορισμένου σημείου. Οι δάσκαλοι επέστρεψαν υπερήφανοι στα σχολεία τους και θα δώσουν το σχετικό μήνυμα στους μαθητές τους.<br />
Ευθύνη όμως έχει και το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας και μάλιστα ευθύνη θεσμικά συγκεκριμένη, τουλάχιστον ως προς το άρθρο 16, καθώς αν θέλει μπορεί να διασφαλίσει ότι η τελική διαμόρφωση του στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή θα περιέχει όλες τις ρήτρες που απαιτούνται για την προστασία και την αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου και της εκπαίδευσης συνολικά. Αυτές τις ρήτρες δεν τις αποδέχεται η Νέα Δημοκρατία. Το να λέμε απλώς ότι σίγουρα το ΠΑΣΟΚ θα είναι η πλειοψηφία της επόμενης Βουλής είναι μία εύλογη πολιτική πρόβλεψη. Αυτή όμως δεν μπορεί να μετατρέπεται σε επίδειξη κομματικού πατριωτισμού. Γιατί δεν αρκεί να έχουμε την κυβερνητική πλειοψηφία. Χρειαζόμαστε πάντοτε ευρύτερες κοινωνικές και θεσμικές συναινέσεις σε θέματα όπως η παιδεία.<br />
Η συζήτηση του άρθρου 16 στη Βουλή μπορεί συνεπώς να είναι εξαιρετική ευκαιρία να αναδειχθούν οι ευθύνες της κυβέρνησης, αλλά και η συνολική πολιτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την έξοδο της παιδείας από την κρίση.- </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRSS>http://www.neosyntagma.gr/?feed=rss2&amp;p=137</wfw:commentRSS>
	</item>
	</channel>
</rss>
