» Μιλτ.Παπαιωάννου: Οργάνωση και Λειτουργία της Δικαιοσύνης
Μιλτ.Παπαιωάννου: Οργάνωση και Λειτουργία της Δικαιοσύνης
24/01/2007 - 16:08, Κατηγορία(ες): Δικαιοσύνη

Το κείμενο αυτό αποτελεί την ειδική εισήγηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον Βουλευτή Μιλτιάδη Ηλ. Παπαϊωάννου για την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την ενότητα : Οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης (Άρθρα 88-100)
———————–
1] ΑΡΘΡΟ 88 [Παρ. 2. Επίλυση μισθολογικών και συνταξιοδοτικών αξιώσεων και διαφορών των δικαστών].

Με την προηγούμενη αναθεώρηση, στην παράγραφο 2 του άρθρου ρυθμίστηκε ότι κατά παρέκκλιση οι διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών θα εκδικάζονται από το δικαστήριο του άρθρου 99. Η ρύθμιση αυτή αποδείχθηκε στην πράξη ότι δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, για την επίλυση των οποίων θεσπίστηκε.
Το ζήτημα όμως είναι μείζον, γιατί δημιουργήθηκε μία εικόνα από πλευράς Κυβέρνησης, ότι μπορούν να αμφισβητηθούν οι δικαστικές αποφάσεις του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα δικαστηρίου με επίκληση της κακής οικονομικής κατάστασης. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι για την Κυβέρνηση τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εισοδηματική και τη δημοσιονομική πολιτική, δεν πρέπει να έχουμε έννομη προστασία είτε των δικαστών είτε οποιουδήποτε πολίτη. Καθαρή θέση του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε περιορισμό της έννομης προστασίας των πολιτών, για οποιονδήποτε λόγο.
Προσωπική μου θέση είναι η δημιουργία μιας Επιτροπής, ανάλογης του Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) η όπως ισχύει στην Αγγλία και σε άλλες χώρες και εισηγείται και η Ένωση Δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία θα αποφαίνεται στα ζητήματα των μισθών των δικαστών κάθε δύο χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ακυρωθεί η δυνατότητα άσκησης προσφυγών από μέρους των δικαστών. Θα είναι πολύ δύσκολο όμως να υιοθετηθεί από το όποιο δικαστήριο μια απόφαση αντίθετη σε ότι έχει κριθεί από την επιτροπή εκτός αν πρόκειται για ιδιαίτερη ατομική περίπτωση. Η σύσταση της επιτροπής θα γίνει με νόμο όπως θα προβλέπει το άρθρο 88, ο οποίος θα καθορίζει τη λειτουργία και τα κριτήρια με τα οποία θα διαμορφώνονται οι αποφάσεις της. Η σύνθεση της επιτροπής είναι ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο βέβαια θα απασχολήσει την επόμενη Βουλή, αλλά θα πρέπει να εκπροσωπούνται οι δικαστικές ενώσεις, άλλωστε στους δικαστές δεν επιτρέπεται η με οποιοδήποτε τρόπο απεργία ή αποχή και έτσι έχουν μόνη διέξοδο την αγωγή, οπωσδήποτε η Κυβέρνηση, η Βουλή και θα μπορούσε να προβλεφθεί η συμμετοχή προσωπικοτήτων κύρους με κριτήρια ακαδημαϊκά, επιστημονικά και επαγγελματικά. Τα κριτήρια με τα οποία θα αποφασίζει η επιτροπή μπορούν να είναι η οικονομική ασφάλεια για τη δικαστική ανεξαρτησία, η δημοσιονομική κατάσταση, ο στόχος για το ρυθμό του πληθωρισμού, οι αμοιβές των απασχολούμενων στο Δημόσιο ως μονίμων υπαλλήλων κλπ.
Οι διαφορές αυτές μπορούν στη συνέχεια να υπαχθούν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, του άρθρου 100 που παρέχει περισσότερα εχέγγυα.

2] ΑΡΘΡΟ 90 [Παρ. 5. Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης].

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνει τη συμμετοχή της Βουλής στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, χωρίς να θίγεται η αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβούλιου. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης να προτείνει τρεις για κάθε προς πλήρωση θέση και να ακολουθεί η ακρόαση των προτεινόμενων από την επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που συντάσσει έκθεση αξιολόγησης χωρίς κατάταξη. Με τη διαδικασία αυτή καθίσταται ουσιαστική η διερεύνηση και η αξιολόγηση της προσωπικότητας και των αντιλήψεων των δικαστών που πρόκειται να καταλάβουν τις ανώτατες θέσεις της Δικαιοσύνης.
Από τη Ν.Δ. προτείνεται η θέσπιση θητείας για τους Αντιπροέδρους. Η Θητεία έχει νόημα μόνο για τον Πρόεδρο που ασκεί εκτελεστική εξουσία και Διοίκηση.
Επίσης προτείνεται η επιλογή του Προέδρου από τους Αντιπροέδρους, αλλά αυτό γίνεται ιστορικά κατά 99%, ενώ ο περιορισμός της επιλογής των αντιπροέδρων μεταξύ του τριπλάσιου αριθμού των αρχαιότερων δεν αποτελεί ουσιώδη καινοτομία γιατί αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό ιστορικά, άρα οι σχετικές προτάσεις αφενός στερούνται ουσιαστικού νοήματος, αφετέρου θεσμοποιούν μάλλον υπερβολικούς περιορισμούς.
Το προτεινόμενο σύστημα της ακρόασης από τη Βουλή έχει το πλεονέκτημα της καταρχήν νομιμοποίησης από την κατεξοχήν εξουσία που αντιπροσωπεύει τη Λαϊκή Κυριαρχία και δεν οδηγεί σε περιορισμούς προεπιλογής, αλλά θέτει τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας σε αξιολογικούς περιορισμούς προερχόμενους από τη δημοκρατική λειτουργία.

3] ΑΡΘΡΟ 95 [ Αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας].

Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 95, ιδίως δε η προτεινόμενη για την ίδρυση ξεχωριστού δικαστικού τμήματος για την εκδίκαση των διαφορών που αναφέρονται στις δημόσιες συμβάσεις
Τα τμήματα ιδρύονται με Π.Δ. ή έστω με νόμο. Θα πρόκειται για πρωτοφανή παρέμβαση του συντακτικού νομοθέτη στην οργάνωση και τον κανονισμό λειτουργίας ενός Δικαστηρίου και θα δημιουργηθεί μια μη ομαλή κατάσταση καθόσον ένα μόνο τμήμα του Δικαστηρίου θα έχει συσταθεί με το Σύνταγμα και η οποιαδήποτε αλλαγή για αυτό θα απαιτεί και αναθεώρηση του Συντάγματος.
Αν υπήρχε πραγματική ανάγκη, που προφανώς δεν υπάρχει το πρόσθετο έβδομο τμήμα μπορεί να συσταθεί τώρα αμέσως με Π.Δ. ή νόμο.
Ανάγκη δεν υπάρχει γιατί ο μεγάλος φόρτος υπήρχε με τα Ολυμπιακά Έργα, όπου δεν παρουσιάστηκε καμιά καθυστέρηση και το σύστημα του δικαστικού ελέγχου λειτούργησε ομαλά. Τώρα έχει μειωθεί ο όγκος των υποθέσεων και δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα.
Άρα η πρόταση της Ν.Δ., ενέχει μάλλον σκοπιμότητα, ενώ φαντάζει απλώς ρυθμιστική είναι απόλυτα περιττή ως τέτοια, αλλά αφήνει ανοικτό το πεδίο στη αναθεώρηση του σχετικού άρθρου προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, με σκοπό ενδεχομένως τον δραστικό περιορισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας γενικά.

4] ΑΡΘΡΟ 98 [Αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου]

Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 98, ιδίως δε η προτεινόμενη από τη Ν.Δ αναθεώρηση της παρ. 1 εδ. β για την ίδρυση ξεχωριστού τμήματος για τον έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων, ρύθμιση καθαρά περιττή αφού μπορεί να γίνει με Π.Δ. ή με νόμο.
Είναι άνευ αντικειμένου η ρύθμιση εκτός αν υποκρύπτει πρόθεση ότι στο ειδικό τμήμα που θα δημιουργηθεί θα ανατεθούν και δικαστικές αρμοδιότητες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, με αφαίρεση φυσικά της σχετικής αρμοδιότητας από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το ΑΕΔ με την απόφαση του 20/2005 έκρινε ότι η πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο δημόσιας σύμβασης δεν είναι δικαστική απόφαση και ότι ο προληπτικός έλεγχος με βάση το 98 παρ 2 του Σ δεν αποτελεί άσκηση δικαιοδοτικής εξουσίας ούτε διεξαγωγή δίκης, δεν επιλύει διαφορές και κατά συνέπεια δεν υποκαθιστά το δικαστικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας που καταλήγει στη σύναψη διοικητικών συμβάσεων.
Ωστόσο η ΝΔ στην ίδια πρόταση αναφέρει ότι είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν οι αρμοδιότητες των δύο δικαστηρίων.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δικαστική αρμοδιότητα, ενώ το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ελεγκτική αρμοδιότητα και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ούτε σύγχυση ούτε σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Αυτό που συνέβη ήταν η απόπειρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αποκτήσει δικαστικές αρμοδιότητες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η οποία έληξε αμετάκλητα.
Προκύπτει λοιπόν, ότι ενδεχομένως άδηλη πρόθεση της Νέας Δημοκρατίας είναι η συνέχιση της αμφισβήτησης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόδοση ενός ίσως δικαιοδοτικού ρόλου στο Ελεγκτικό Συνέδριο στο θέμα των δημοσίων συμβάσεων.
Οποιαδήποτε όμως διατάραξη της κατάστασης με τυχόν εμπλοκή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και σε δικαστικό ρόλο θα σωρεύσει δυσεπίλυτα προβλήματα, και πιθανόν να δημιουργήσει και εμπλοκή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία ελέγχει τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων αφού το Ελεγκτικό Συνέδριο ως Ελεγκτικό όργανο του Δημοσίου δεν μπορεί να εκφέρει ταυτόχρονα και δικαστική κρίση. Είναι το όργανο που εξετάζει ως διοικητικό του Κράτους τη νομιμότητα μιας σύμβασης από την σκοπιά της Διοίκησης σε ελεγκτικό ρόλο και δεν μπορεί στη συνέχεια το ίδιο να δικάζει και διαφορές της Διοίκησης με τους ιδιώτες που θα επιδιώκουν την ακύρωση των προσυμβατικών Διοικητικών Πράξεων.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ένα ελεγκτικό όργανο και δεν πρέπει να αποκτήσει δικαστικές ακυρωτικές αρμοδιότητες αφού ακυρωτικά δικαστήρια είναι τα διοικητικά εφετεία και το Συμβούλιο της Επικρατείας, διαφορετικά θα έχουμε σοβαρή αντινομία και σύγχυση.

5] ΑΡΘΡΟ 100 [Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο]

Θέση του ΠΑΣΟΚ είναι ότι είμαστε αντίθετοι με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας.
Στην προηγούμενη αναθεώρηση στο άρθρο 100 προστέθηκε παράγραφος 5, στην οποία προβλέπεται ότι αν τμήμα ανώτατου Δικαστηρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια. Η ρύθμιση αυτή έχει λειτουργήσει τα πέντε τελευταία χρόνια και αντιμετωπίζει απόλυτα ικανοποιητικά τα θέματα για την επίλυση των οποίων θεσπίστηκε.
Στο άρθρο 93 παρ. 4 ορίζεται ότι «τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμοζόμουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».
Έτσι καθιερώνεται το σύστημα του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια ο οποίος με τη ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 100 διατηρείται, ως παρεμπίπτων και συγκεκριμένος. Έχει καθιερωθεί ο έλεγχος αυτός να ονομάζεται και διάχυτος υπό την έννοια ότι κάθε δικαστήριο έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο επίλυσης συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς και εφόσον καλείται να εφαρμόσει ένα νόμο να κρίνει τυχόν αντισυνταγματικότητα ενόψει της συγκεκριμένης εφαρμογής. Ήδη με την παράγραφο 5 του άρθρου 100 έχουμε και συγκέντρωση του ελέγχου στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Θεσπίζεται, από το Σύνταγμα η εν γένει υποχρέωση της δικαστικής εξουσίας να ελέγχει τη συνταγματικότητα του νόμου και υπάρχει έτσι θεσμική κατοχύρωση του κράτους δικαίου. Ο έλεγχος αυτός της συνταγματικότητας των νόμων έχει λειτουργήσει στην χώρα μας πολύ καλά μέχρι σήμερα, αποτελεί μακρά παράδοση του Ελληνικού Δικαστικού συστήματος ήδη από τον 19ο αιώνα. Είναι ουσιώδης απόρροια της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και συνιστά ποιοτικό στοιχείο της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική και τη νομοθετική και είναι και στη συνείδηση των πολιτών μια μορφή εγγύησης της ανεξαρτησίας αυτής. Στο σύστημα αυτό είναι θεμιτή, λογική και συνυφασμένη με το δημοκρατικό πολίτευμα και τη διάκριση των εξουσιών η δυνατότητα όλων των Δικαστηρίων να ελέγχουν εάν ο προς εφαρμογή νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα της Χώρας ή όχι. Αυτό στηρίζεται στην αρχή της υπεροχής του Συντάγματος έναντι των νόμων κάτι που αποτελεί μακρά ελληνική συνταγματική παράδοση ήδη από το «Νόμο της Επιδαύρου του 1823» και το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος του 1827». Αντίστοιχα μακρά παράδοση έχει και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα Δικαστήρια, όπου από το 1871 ο Άρειος Πάγος διατύπωσε τις πρώτες σχετικές σκέψεις.
Για το σύστημα αυτό του συγκεκριμένου διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων έχουν διατυπωθεί ορισμένες κριτικές οι οποίες περιλαμβάνονται και στην πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας, που όμως στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι αόριστες, αβάσιμες, είναι σε λάθος κατεύθυνση. Αφήνει σκοπίμως σκοτεινά τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα της προβληματικής για την ανάγκη ή μη ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την κατάργηση του ΑΕΔ και τη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αν και δεν προτείνεται η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, την οποία η θέσπιση του Συνταγματικού Δικαστηρίου την καθιστά άνευ νοήματος.
Αυτό διότι έχουμε την ουσιαστική κατάργηση του υπάρχοντος συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με την υποχρεωτική παραπομπή από τον φυσικό δικαστή του ζητήματος της τυχόν αντισυνταγματικότητας στο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο θα αποφαίνεται αμετάκλητα για την συνταγματικότητα ή μη της κρινόμενης διάταξης. Προτείνεται ένα δικαστήριο του οποίου η σύνθεση δεν καθορίζεται (π.χ. διορισμός των μελών του από την Κυβέρνηση ή από μια πλειονοψηφία της Βουλής κλπ) σε αντίθεση, με το ΑΕΔ που αποτελείται από ανώτατους δικαστές που κληρώνονται. Αν οδηγηθούμε σε μια τέτοια λύση τότε στην ουσία θα έχουμε αφαίρεση από το φυσικό δικαστή της δυνατότητας του, να αποφαίνεται για την αντισυνταγματικότητα των νόμων και αυτό σημαίνει μείωση της δικαστικής προστασίας του πολίτη και θεσμικό περιορισμό της λειτουργικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και περιορισμό του κράτους δικαίου.
Από τη Νέα Δημοκρατία γίνεται επίκληση των ισχυόντων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου υπάρχουν ανάλογα Δικαστήρια, τα οποία όμως ιδρύθηκαν και λειτουργούν σε άλλο πλαίσιο γιατί οι χώρες αυτές έχουν άλλη ιστορική και νομική παράδοση και άλλο σύστημα θεσμών. Ένα Συνταγματικό Δικαστήριο όπου λειτουργεί ως τέτοιο έχει πρωτίστως αρμοδιότητα να επιλύει αυθεντικές συνταγματικές διαφορές. Διαφορές που αναφύονται από τη δραστηριότητα της νομοθετικής στη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία ή για ζητήματα λειτουργικού χαρακτήρα του πολιτεύματος όπου αναφύονται κομματικές ή πολιτειακές διαφορές τις οποίες παραπέμπουν στο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση οι λεγόμενες οργανικές διαφορές (ανάλογη περίπτωση θα ήταν για μας το ζήτημα που είχε ανακύψει με την ψήφο Αλευρά). Η Νέα Δημοκρατία δεν προτείνει όμως ένα Δικαστήριο με τέτοιες αρμοδιότητες ούτε άλλωστε και μας χρειάζεται.
Επίσης σε ομοσπονδιακά κράτη το Συνταγματικό Δικαστήριο επιλύει διαφορές για ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ της ομοσπονδιακής και της τοπικής νομοθεσίας ή μεταξύ των κρατιδίων και του κράτους, όπως στη Γερμανία. Στην Ελλάδα δεν έχουμε τέτοια κρατική δομή και δεν χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δικαστήριο.
Επίσης στη Γερμανία στο Δικαστήριο της οποίας γίνεται συνεχής αναφορά των υποστηρικτών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, προβλέπεται και η λεγόμενη συνταγματική προσφυγή που μπορεί να ασκηθεί απευθείας στο Συνταγματικό Δικαστήριο από οποιονδήποτε θεωρεί ότι δημόσια αρχή παραβίασε ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του, όπως προβλέπονται στο Γερμανικό Σύνταγμα. Τέτοιου είδους αρμοδιότητα δεν προβλέπεται για το προτεινόμενο στη χώρα μας Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια η επίκληση των ισχυόντων σε άλλες χώρες γίνεται τουλάχιστον αδόκιμα. Πολύ περισσότερο που σε κάθε χώρα το Δικαστικό σύστημα είχε τη δική του εξέλιξη και οι διάφοροι θεσμοί όπως και τα Συνταγματικά Δικαστήρια ιδρύθηκαν σε ορισμένη πολιτική και κοινωνική συγκυρία για να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες ανάγκες που δεν έχουν καμιά σχέση με τα σημερινά δεδομένα στην Ελλάδα.
Το ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων είναι όμοιο με το αμερικανικό και αυτό που ισχύει στις Σκανδιναβικές και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Αγγλία επίσης δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο δεν υφίσταται άλλωστε και αυστηρό γραπτό Σύνταγμα, αφετέρου όμως οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν μέρος του δικαίου.
Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν προβλέπονταν καθόλου η δυνατότητα των Δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, οπότε η θέσπιση ενός ελέγχου στα πλαίσια έστω ενός ειδικού Συνταγματικού Δικαστηρίου με διαφορετικές εξουσίες και αρμοδιότητες και δημιουργημένου για άλλες ανάγκες, συνιστούσε θεσμική πρόοδο.
Συγκεκριμένα στη Γαλλία με την επανάσταση του 1789 αποδόθηκε στη νομοθετική λειτουργία η υπέρτατη εξουσία που κανείς δεν μπορούσε να περιορίσει χωρίς δικαίωμα του Δικαστή να κρίνει τη συνταγματικότητα του νόμου, αυτό έχει καθαρή ιστορική εξήγηση την αντίθεση των «νέας αστικής κοινωνίας των πολιτών» στους δικαστές του «ancien regime». Πρόσφατη εξέλιξη από το 1958, ο θεσμός του Συνταγματικού Συμβουλίου, που όμως ενεργεί για τον προληπτικό και αφηρημένο έλεγχο της Συνταγματικότητας κάτι που τηρουμένων των αναλογιών επιτελεί και η δική μας επιστημονική επιτροπή της Βουλής.
Τα συνταγματικά Δικαστήρια έχουν υιοθετηθεί επίσης από Χώρες που απέκτησαν Δημοκρατικό Σύνταγμα πολύ αργότερα στον 20ο αιώνα και όπου μέχρι τότε δεν υπήρχε και δεν ήταν αποδεκτός ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τη Δικαιοσύνη, όπως οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Αντίθετα χώρες όπως η Ελλάδα με τη μεγάλη παράδοση αυστηρών Συνταγμάτων δημοκρατικού χαρακτήρα είχαν αποδεκτό σύστημα διάχυτου δικαστικού ελέγχου της Συνταγματικότητας των νόμων, στο οποίο η αναγωγή του φυσικού Δικαστή στο Σύνταγμα είναι ευθεία, άμεση και χωρίς μεσολάβηση ως θεμελιώδες στοιχείο της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας των Δικαστηρίων και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το ισχύον σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου προβλέπεται ρητά στο Ελληνικό Σύνταγμα ήδη από το 1927 και η κατάργηση του με ένα συγκεντρωτικό έλεγχο από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο συνιστά δημοκρατική οπισθοδρόμηση.
Καμιά από τις πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις ή τις θεσμικές ανάγκες που γέννησαν τα Συνταγματικά Δικαστήρια στις χώρες όπου ισχύουν δεν χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελληνική κοινωνία και δημοκρατία.
Για αυτό, άλλωστε και η Νέα Δημοκρατία στο Συνταγματικό Δικαστήριο που προτείνει, δεν προβλέπει παρά τις ίδιες αρμοδιότητες με το υπάρχον ΑΕΔ και η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι η συγκέντρωση σε αυτό, του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Άρα το επιχείρημα ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν Συνταγματικό Δικαστήριο να αποκτήσουμε και εμείς, δεν έχει καμιά βάση, γιατί το κρίσιμο δεν είναι το όνομα ενός τέτοιου Δικαστηρίου, αλλά οι αρμοδιότητες και ο θεσμικός του ρόλος.
Είναι λοιπόν φανερό ότι μοναδικός ουσιαστικός λόγος για τον οποίο προτείνεται η ίδρυση ενός τέτοιου Δικαστηρίου στην Ελλάδα είναι η απονεύρωση του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος και η κατάργηση του υπάρχοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Έχει επικεντρωθεί η συζήτηση στα δήθεν μειονεκτήματα του συστήματος αυτού, ενώ η προφανής πολιτική σκοπιμότητα της Νέας Δημοκρατίας είναι η αποφυγή του Δικαστικού ελέγχου από την εκτελεστική εξουσία, ώστε η τελευταία ως έχουσα τη νομοθετική πρωτοβουλία και την κοινοβουλευτική πλειονοψηφία, να νομοθετεί χωρίς έλεγχο. Αυτή είναι μια βαθιά αντιδημοκρατική νοοτροπία που δεν τη συμμεριζόμαστε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και για αυτό δεν θα συνδράμουμε στην υλοποίηση της, έστω και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα εξυπηρετούσε δήθεν και τα δικά μας «μικροκομματικά» συμφέροντα όταν αύριο θα έχουμε εμείς την Κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειονοψηφία.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν φοβάται το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων που ψηφίζει, αντίθετα είναι ανοιχτό σε αυτόν και σέβεται την τυχόν αντίθετη, δικαστική κρίση, αφού έχει ως πρώτιστο μέλημα του τη διασφάλιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών των πολιτών απέναντι και στις τυχόν άστοχες ή ατυχείς, δικές του νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Περνώντας τώρα στις επιμέρους κριτικές στο ισχύον σύστημα δικαστικού ελέγχου επισημαίνουμε καταρχήν ότι ουσιαστικά δεν έχει προβλήματα το σύστημα παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Ορισμένες αδυναμίες που μπορούν να εντοπιστούν, αφορούν κυρίως στη συγκρότηση και λειτουργία του ΑΕΔ και είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν με βελτιώσεις στη λειτουργία του υπάρχοντος συστήματος και πλέον συγκεκριμένα στην πρόταση της κυβέρνησης για το άρθρο 100 τα επιχειρήματα της είναι :
1. Με το ισχύον σύστημα δεν ακυρώνεται από το Δικαστήριο ο νόμος που κρίνεται αντισυνταγματικός παρά μόνο αν πρόκειται για απόφαση του ΑΕΔ, που επιλαμβάνεται όμως μόνο αν εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις δύο ανωτάτων δικαστηρίων για την ίδια διάταξη τυπικού νόμου. Στις λοιπές περιπτώσεις το δικάζον δικαστήριο απλώς δεν εφαρμόζει τον κριθέντα ως αντισυνταγματικό νόμο στη δικαζόμενη υπόθεση. Ο νόμος εξακολουθεί να ισχύει και οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο μπορεί να τον εφαρμόσει και ότι το γεγονός αυτό της δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και για αυτό θεωρείται μειονέκτημα.
2. Εξαιτίας του ισχύοντος συστήματος ελέγχου ο νόμος μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικός πολλά χρόνια μετά τη θέση του σε ισχύ με δήθεν αναδρομική δύναμη και ως εκ τούτου να ανατρέπονται διαμορφωμένες καταστάσεις να διαψεύδεται η εμπιστοσύνη των πολιτών και επιπλέον να δημιουργούνται δημοσιονομικά προβλήματα.
3. Η διαδικασία στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος για την αμετάκλητη κρίση της αντισυνταγματικότητας συνδέεται με τη διεξαγωγή μακρών δικαστικών αγώνων και ότι προκαλείται παρατεταμένη ανασφάλεια που δεν συνδυάζεται αρμονικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Όλα τα παραπάνω αναφέρονται ως μειονεκτήματα του συστήματος συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου αλλά στην ουσία άλλα από αυτά είναι πλεονεκτήματα και άλλα δεν αφορούν το σύστημα ελέγχου, αλλά θα ισχύουν ως αδυναμίες σε κάθε σύστημα δικαίου που αποδέχεται τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

Απαντώντας σε αυτά τα επιχειρήματα εξηγούμε αμέσως γιατί απλώς χρησιμοποιούνται ως επίφαση στην πολιτική επιδίωξη του ελέγχου της δικαιοσύνης.

1. Είναι πλεονέκτημα του ισχύοντος συστήματος το ότι τα Δικαστήρια δεν ακυρώνουν το νόμο αλλά απλώς δεν τον εφαρμόζουν στη δεδομένη περίπτωση. Η ακύρωση του νόμου και η κατάργηση του είναι αρμοδιότητα της Βουλής και γενικά της νομοθετικής εξουσίας. Αντίθετα η δικαστική ακύρωση του νόμου είναι μάλλον μια αντικανονική διαδικασία και καλώς δεν υφίσταται. Εάν εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου που αποφαίνεται ότι ο συγκεκριμένος νόμος είναι αντισυνταγματικός τότε η Βουλή σύμφωνα με τον κορυφαίο πολιτικό και συνταγματικό της ρόλο πρέπει να επιληφθεί του ζητήματος και να νομοθετήσει εκ νέου. Μέχρι να εκδηλωθεί η πρωτοβουλία της Βουλής πολύ σωστά ισχύει ο νόμος. Με βάση τη διάκριση των εξουσιών καλώς τα δικαστήρια δεν ακυρώνουν νόμους.
Η πρόταση να ιδρύσουμε Συνταγματικό Δικαστήριο για να ακυρώνει τους αντισυνταγματικούς νόμους εκχωρεί αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας που από το άρθρο 26 παρ. 1 ασκείται μόνο από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα μειονέκτημα αυτό βρίσκεται στις διαδικασίες που έχουμε, στην Βουλή που δεν ασκεί τις αρμοδιότητες της και στην Κυβέρνηση που δεν λαμβάνει τη νομοθετική πρωτοβουλία να επιλύσει το ζήτημα. Το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας να μεταφέρει μια «αδυναμία» του τρόπου λειτουργίας της Βουλής και της Κυβέρνησης στο σύστημα ελέγχου της Συνταγματικότητας των νόμων είναι μεγάλο λάθος.
Άλλωστε και με το σύστημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου όταν ακυρωθεί ο νόμος η Βουλή κάτι θα πρέπει να νομοθετήσει στη θέση του, εκτός αν αφήσει αρρύθμιστο το ζήτημα. Αντίθετα κενό νόμου θα προκληθεί με την ακυρωτική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μέχρι να νομοθετήσει εκ νέου η Βουλή.
Άρα το ζήτημα που υπάρχει είναι να ασκηθούν οι αρμοδιότητες της Βουλής. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το σύστημα του δικαστικού ελέγχου των νόμων αλλά η «αδιαφορία» Βουλής και Κυβέρνησης στις δικαστικές αποφάσεις, η οποία μπορεί να λυθεί άμεσα.
Όταν η απόφαση περί αντισυνταγματικότητας αφορά κατώτερα δικαστήρια ο Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου ή ο Επίτροπος της Επικρατείας μπορούν να ασκήσουν αναίρεση υπέρ του νόμου, καλό όμως είναι όπως μέχρι σήμερα να ασκείται με φειδώ και μόνο αν οι διάδικοι δεν ασκήσουν ένδικα μέσα και να γίνεται μόνο αιτιολογημένα διότι διαφορετικά κάθε δικαστής θα είναι υπό το «φόβο» ότι η δικαστική του κρίση περί αντισυνταγματικότητας θα υπόκειται σε σχεδόν υποχρεωτική υπέρ του νόμου αναίρεση από τον Εισαγγελέα ή τον Επίτροπο.
Μπορεί επίσης να προβλεφθεί στη δικονομία ευχέρεια και όχι υποχρέωση του κατώτερου Δικαστηρίου να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στην οικεία ολομέλεια ή καλύτερα στο τμήμα μείζονος συνθέσεως (γιατί η κατάχρηση θα μπλοκάρει τις ολομέλειες) για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος και όχι μόνο για αντισυνταγματικότητα, άρα και για αντισυνταγματικότητα. Βέβαια είναι θέμα της κοινής νομοθεσίας και δεν αφορά το Σύνταγμα.

2. Δεν δημιουργείται ανασφάλεια δικαίου αφού ο νόμος ισχύει μέχρι να επιληφθεί η Βουλή, αυτεπάγγελτα ή με νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που στην ουσία αφορά άσκηση υφισταμένων αρμοδιοτήτων, και δεν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Αντίθετα η ακύρωση του νόμου από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο θα δημιουργήσει νομοθετικό κενό και διοικητικό «χάος» αφού σειρά περιπτώσεων θα μένουν αρρύθμιστες μέχρι τη ψήφιση νέου νόμου.

3. Το θέμα του μεγάλου χρονικού διαστήματος μετά το οποίο μπορεί να ανακύψει το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας είναι άσχετο με το θέμα του συστήματος ελέγχου, αφού η Δικαιοσύνη δεν επιλαμβάνεται αυτεπάγγελτα (εκτός ορισμένων εγκλημάτων) αλλά κατόπιν ένδικης διαφοράς με πρωτοβουλία κάποιου πολίτη. Το πότε λοιπόν θα γίνει αυτό δεν σχετίζεται με το σύστημα ελέγχου. Επίσης και στο σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου με Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας να ανακύψει μετά 10-20 χρόνια.

3. Δεν υπάρχει σήμερα μακρόχρονη δικαστική διαμάχη για ζητήματα αντισυνταγματικότητας, διότι εξαιρετικά σπάνια έχουμε τέτοια απόφαση από κατώτερο Δικαστήριο. Το θέμα προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά για πρώτη φορά στο στάδιο της αναίρεσης και παραπέμπεται να κριθεί τελειωτικά στην Ολομέλεια του οικείου Δικαστηρίου.
Αντίθετα μεγάλη καθυστέρηση θα έχουμε με το νέο σύστημα με την υποχρεωτική παραπομπή του ζητήματος αντισυνταγματικότητας στην οικεία Ολομέλεια και μετά στο Συνταγματικό Δικαστήριο και μετά πάλι την επιστροφή της υπόθεσης στην Ολομέλεια η οποία θα παραπέμπει στο Δικαστήριο της ουσίας μετά την τυχόν αναίρεση για να έχουμε την τελική απόφαση. Το προτεινόμενο Συνταγματικό Δικαστήριο είναι αυτό που θα εισάγει ένα σύστημα απόλυτα χρονοβόρο και βραδύτατο, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση.
Το συμπέρασμα είναι ότι όλα τα δήθεν μειονεκτήματα του σημερινού συστήματος αντί να εξαφανιστούν θα ενταθούν, ενώ θα προκύψουν και άλλα πολύ μεγαλύτερα. Κυρίως όμως θα έχουμε την ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική κηδεμονία της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, σε αντικατάσταση της διαρκούς προσπάθειας δημοκρατικής νομιμοποίησης της Δικαστικής εξουσίας που προάγει το σημερινό σύστημα.

Η θέση μας είναι ότι το ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν χρειάζεται μεταβολή και ως εκ τούτου δεν μας χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δικαστήριο και για αυτό καταψηφίζουμε την αναθεώρηση του άρθρου 100.
Η προσωπική μου θέση ότι χρειάζεται βελτίωση της λειτουργίας του ΑΕΔ που μπορεί να γίνει με την τροποποίηση του νόμου 345/1976, για να αυξηθεί το εύρος των υπαγόμενων υποθέσεων σύγκρουσης ή αντισυνταγματικότητας άρθρο 100 παρ. 1 εδ. δ & ε για να μη μένουν αρρύθμιστες αληθινές περιπτώσεις συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων, που ενώ ερμήνευσαν ουσιαστικά τον ίδιο νόμο δεν ανέφεραν ως εφαρμοστέα την ίδια ακριβώς διάταξη και αυτό φυσικά δημιουργεί ζητήματα ανασφάλειας δικαίου που θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί.

Θα έβλεπα και τη βελτίωση της λειτουργίας του ΑΕΔ και η πρόταση μου στη Νέα Βουλή εφόσον η διάταξη κριθεί αναθεωρητέα από την κυβερνητική πλειονοψηφία τα εξής:

1) Η σύνθεση του ΑΕΔ να κληρώνεται για 4 χρόνια
2) Οι δικαστές να είναι αποκλειστικής απασχόλησης και να μην εργάζονται και στο Δικαστήριο προέλευσης. Εάν η 4ετής θητεία τους λήγει πριν τη συνταξιοδότηση τους να επιστρέφουν στο Δικαστήριο τους.
3) Η εναλλαγή των δικαστών να είναι σταδιακή και όχι να αποχωρούν όλοι μαζί όπως τώρα, ώστε να υπάρχει συνέχεια στη συγκρότηση του Δικαστηρίου. Στην πρώτη κλήρωση οι μισοί θα κληρωθούν για 2 έτη και οι υπόλοιποι για 4.
4) Η συμμετοχή των πανεπιστημιακών να θεσπιστεί και στην περίπτωση στ) της παρ. 1 του άρθρου 100, γιατί θεωρώ αναγκαία την παρουσίας τους.

Δίχως Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα.

RSS κανάλι για τα σχόλια αυτής της καταχώρησης.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα αυτή τη στιγμή.

Όροι χρήσης | © ΠΑΣΟΚ 1974 - 2006 |Ομάδα Διαδικτύου
Υλοποιημένο με το ελεύθερο λογισμικό wordpress | rss